Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες

(ή γιατί η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική)


Του Θανάση Τριαρίδη




1. Το περιστατικό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα κρισιμότερα διανοητικά όρια της Ιστορίας (: της κανοναρχημένης μνήμης που συμφωνήσαμε να λογαριάζουμε για Ιστορία) – και καθώς αποτυπώθηκε και στην ταινία Γκάντι (1982) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο είναι πλέον αρκετά γνωστό. Στα 1947, κι ενώ η Μεγάλη Βρετανία έχει αποσυρθεί από την κυριαρχία της στην Ινδία, στην αχανή χώρα έχει ξεσπάσει ο σπαρακτικός εμφύλιος ινδουιστών και μουσουλμάνων. Και οι δύο θρησκευτικές κοινότητες (έχοντας δομήσει την ύπαρξή τους στο θεμελιακό μίσος, την εξαγγελία του φόνου και τη μισαλλοδοξία που κάθε θρησκεία αναγγέλλει για τους πιστούς της) προχωρούν σε γενικευμένες σφαγές αμάχων με στόχο την αμφίπλευρη θρησκειοκάθαρση της Ινδίας (που εντέλει δικαιώθηκε καθώς κατέληξε στη δημιουργία δύο «καθαρών θρησκευτικά» κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν). Ο άνθρωπος που για δεκαετίες πρωτοστάτησε στον αγώνα της ανεξαρτησίας παραμένοντας ανυποχώρητος στο δόγμα τής μη βίαιης ανυπακοής και κάνοντας όλο τον κόσμο να στρέψει την προσοχή του στην Ινδία, ο Μαχάτμα Γκάντι, απελπισμένος, κηρύσσει στις 12 Ιανουαρίου του 1948 μια ακόμη μέχρι θανάτου απεργία πείνας ζητώντας να σταματήσει ο εμφύλιος. Ενώ η αποχή του από την τροφή διαρκεί και ο Γκάντι είναι κατάκοιτος, τον επισκέπτεται ένας ινδουιστής και του ζητάει κάτι σαν εξομολόγηση. «Οι μουσουλμάνοι σκότωσαν την οικογένειά μου, τα τρία παιδιά μου», του λέει κλαίγοντας. «Πήγα κι εγώ σε ένα μουσουλμανικό σπίτι και σκότωσα κι εγώ τρία παιδιά· έλιωσα το κεφάλι τους στον τοίχο». Ο (επίσης πιστός ινδουιστής) Γκάντι τού απαντάει ψιθυρίζοντας με δυσκολία: «Έχω για σένα μια διέξοδο: θα βρεις τρία παιδιά που σκοτώθηκαν οι γονείς τους και θα τα αγαπήσεις σα να ’ναι δικά σου. Και κάτι ακόμη: θα είναι παιδιά μουσουλμάνων και θα τα μεγαλώσεις ως μουσουλμάνους.»



Σκέφτομαι τούτη την πρόταση – ουσιαστικά τη στάση ζωής τού Γκάντι (την οποία, ως γνωστόν, πλήρωσε με τη ζωή του λίγες μέρες αργότερα). Άραγε όταν κανείς λιώνει κεφάλια παιδιών στον τοίχο, ποιο περιθώριο μπορεί να έχει για ζωή – και για τι είδους ζωή; Πώς μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του άλλου σα να ήταν ο ίδιος άλλος; Κι αν ο κόσμος είναι ανυπόφορος και ακατανόητος, σε ποιον απομένει να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της Ινδίας τού (άραγε πόσο μακρινού) 1948; Ποια είναι εντέλει εκείνα τα παιδιά; Ποιοι είμαστε εμείς;



Σε πείσμα της Ιστορίας (και της ομοιοκαταληξίας που καμώνεται την Ιστορία) ο Γκάντι επιμένει: Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να αλλάζουμε – και, ναι, ακόμη και κάποιος που έχει λιώσει κεφάλια μωρών στον τοίχο έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη βία, τον θάνατο, το στρατόπεδο που ο ίδιος εγκατέστησε μέσα και γύρω από την ύπαρξή του. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Ινδού ανθρωπιστή, όσο υπάρχουμε (: όσο ζούμε) έχουμε κάτι βαθύ ολόδικό μας που παραμένει πάντοτε στα χέρια μας: την πιθανότητα μιας απόφασης, με την οποία τα παιδιά του άλλου μπορούν να γίνουν δικά σου – εφόσον ο άλλος μπορεί να ζήσει μέσα σου. Ένας εβδομηνταεννιάχρονος γέροντας, σχεδόν ανήμπορος καν να μιλήσει, προσπαθεί να απαντήσει στον θάνατο που απλώνει, στον αλληλοτροφοδοτούμενο φόνο, στον κλιμακούμενο όλεθρο της διαλεκτικής – ουσιαστικά, με μόνο του όπλο την ίδια του τη ματαιότητα, αντιπροτείνει τη μικρή, δύσκολη, υπονομευμένη έως ανυπόφορη ζωή κόντρα στην αιώνια εξουσία της βίας. Κάποιος μπορεί να ονομάσει τούτη τη στάση ανιστορική – κάποιος άλλος μπορεί να τη λογαριάσει ως «λυρικό δεκανίκι της εξουσίας». Για μένα, για τη δική μου οπτική, είναι μια σπάνια ανθρώπινη κορυφή: μας υπενθυμίζει πως εντέλει υπάρχει κρατημένο μέσα μας ένα κομμάτι της ζωής που μπορεί να φτάσει μακρύτερα από τη βία.



Μιλούμε γι’ αυτό το κομμάτι ζωής – γι’ αυτή την ανθρώπινη πιθανότητα.





2. Η αλήθεια είναι πως η Ιστορία με τους απαίσιους νόμους της διδάσκει τη βία – τη μοιράζει στους σκυμμένους πιστούς της όπως ο παπάς το αντίδωρο στην εκκλησία. Οι άνθρωποι είναι ίσοι μα δεν ζούνε ως ίσοι (και η ανισότητα είναι φυσικά βία), η φύση βιάζεται (και ο βιασμός της φύσης είναι προφανής βία), το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης πεινάει (και σαφώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την πείνα), το 0,01% του πληθυσμού της γης κατέχει το 70% του παγκόσμιου πλούτου (και η φτώχεια των πολλών είναι καθολική βία), οι λογής εθνικοθρησκευτικοί πόλεμοι μαίνονται, οι απελπισμένοι μετανάστες οδηγούνται στο χαμό ή σε μια αβίωτη σκλαβιά. Οι άνθρωποι από αιώνες γυρεύουν απαντήσεις για την ανισότητα και για τη δυστυχία: πολλές από αυτές τις απαντήσεις μέσα στην ιστορία δομήθηκαν πάνω στη βία. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία απέδειξε πως καμιά αντιπρόταση που δομήθηκε πάνω στη βία δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε κοινωνική/δικαιωματική κατάκτηση ή πολιτική χειραφέτηση – ίσα-ίσα προσέφερε πρώτης τάξεως άλλοθι στην εξουσία, στην κλιμακούμενη αυθαιρεσία της και τους λογής ολοκληρωτισμούς της. Αυτό δεν είναι τυχαίο: κάθε πολιτική βία (και κάθε πολιτική επίκληση της βίας) είναι μονάχα εξουσία – και όσοι δηλώνουν «αντιεξουσιαστές» ομνύοντας στη βία είναι μοναχά φύλακες του στρατοπέδου, του δικού τους και των άλλων. Η μόνη αληθινή αντι-εξουσία είναι η ίδια η ζωή: ο αγώνας για τη ζωή διά της ζωής, ο αγώνας για αλληλεγγύη, ανθρώπινα δικαιώματα και δημιουργία, ο σεβασμός της ζωής δίχως εκπτώσεις, διαλεκτικές ζυγαριές, αξιώματα λογής -ισμών και το απαίσιο επιχείρημα πως υπάρχει ένας σκοπός που αγιάζει τα μέσα, εκείνο το ανυπόφορο Τιεν-αν-μεν-αλλά…



Για τη δική μου οπτική, η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, όποια φενακισμένη ηθική τάξη (εθνική, θρησκευτική, φυλετική, πολιτική, κρατική, επαναστατική) και αν υπηρετεί, όποιον απάνθρωπο ύμνο κι αν τραγουδά, όποια απάνθρωπη σημαία κι αν ανεμίζει στο φλάμπουρό της (γιατί κάθε σημαία και κάθε ύμνος είναι ομολογίες απανθρωπιάς). Κάθε πολιτική πρόταση που θεωρεί τη βία αναγκαίο κακό προβλέπει για τους υποστηριχτές της την πειθαναγκαστική υποταγή στην κτηνωδία – και η λεγόμενη «αντιβία» πάντοτε υπηρέτησε και ενίσχυσε την πρωτεύουσα βία που υποτίθεται πως αντιμαχόταν. Καμιά αληθινά αντισυστημική αντιπρόταση δεν μπορεί να στηρίζεται στη βία, διότι κάθε πολιτική βία είναι μια βαθύτατη συστημική επιβεβαίωση. Ελευθερία εν τρόμω και εν φόνω δεν υφίσταται. Ούτε υπάρχουν »καλοί» και «κακοί» νεκροί: το αίμα είναι πάντοτε κηλίδα και ποτέ λεκές.



Διάφοροι, συνήθως προγραμματικά αγράμματοι, θεωρούν τη μη βία «ανιστορικό» πρόταγμα. Σύμφωνα με τη συλλογιστική τους, εξίσου «ανιστορικό» είναι και το πρόταγμα της μη εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Ερρίκος Ντινάν, ο Λέων Τολστόι, ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Αλβέρτος Σβάιτσερ, η Σόφι Σολ, ο Πρίμο Λέβι, η Ζερμέν Τιγιόν, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Τζον Λένον, η Ρέιτσελ Κόρι, ο Χραντ Ντικ, οι αντιρρησίες συνείδησης, οι εθελοντές των ανθρωπιστικών οργανώσεων και χιλιάδες άλλοι μάς δίνουν με τη σκέψη τους και με τη ζωή τους μια σαφή αντιπρόταση στην αλληλοτροφοδοτούμενη κτηνωδία της βίας. Ο κόσμος, σε πείσμα των ομοιοκατάληκτων στίχων που μάθαμε να παπαγαλίζουμε, δεν προχωρεί πάντα με φωτιά και με μαχαίρι – προχωράει με την παιδεία, την επιστήμη, τη δημιουργία, την τέχνη, την κοινωνική συμμετοχή και αλληλεγγύη, τον έρωτα… Ο Ρουσό, ο Μότσαρτ, ο Βαν Γκογκ, ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ ή ο Γεώργιος Παπανικολάου πάλεψαν για την ανθρωπότητα πολύ περισσότερο από τους λογής μεγαλοφονιάδες που θεώρησαν πως έχουν το δικαίωμα να «ελευθερώσουν» σκοτώνοντας και σφάζοντας. Και ο ήλιος για να γυρίσει δεν θέλει «νεκροί χιλιάδες να είναι στους τροχούς», μήτε «οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους». Κάποτε έρχεται η ώρα που μπορούμε να πούμε το αυτονόητο: πως ο ήλιος γυρίζει από μόνος του – και πως όλα τα υπόλοιπα είναι άλλοτε κούφια ταρατατζούμ εθνικών ποιητών κι άλλοτε λάβαρα εν δυνάμει φονιάδων.





3. Πολλοί βλέπουν αυτή τη συνολική άρνηση της πολιτικής βίας με σκεπτικισμό: αντιπαραθέτουν το επιχείρημα πως η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βία (κάθε είδους βία), πως είναι κυριολεκτικά συνυφασμένη μαζί της. «Εφόσον η βία», λένε, «είναι μια πυρηνική ανθρώπινη συμπεριφορά που όρισε τον ανθρώπινο πολιτισμό, είναι δυνατόν να υπάρξει ζωή και Ιστορία δίχως αυτήν; Μήπως το αίτημα για εξάλειψη της βίας δεν είναι παρά ένας διανοητικός γλωσσοδέτης που δεν μπορεί να βγάλει πουθενά;» Απαντώ: προφανώς η σύνδεση της ανθρώπινης κτηνωδίας με την Ιστορία είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα – μα από πότε κάτι που συνέβη είναι ηθικά δικαιωμένο επειδή συνέβη; Και το Ολοκαύτωμα συνέβη, και η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα συνέβη, και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, και γενοκτονίες και σφαγές και κάθε είδους φρίκη συνέβησαν και συμβαίνουν – και, αλίμονο, θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Για ποιο λόγο το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει σημαίνει πως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι καλώς συμβαίνει, ότι πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει, ότι οφείλουμε να ομνύουμε σε αυτό, ότι δεν μπορούμε να προσπαθούμε να αλλάξει; Η ιστορία (με μικρό γιώτα και όχι Ιστορία με κεφαλαίο) είναι η μνήμη του παρελθόντος – δεν είναι ευαγγέλιο, δεν είναι οδηγία χρήσης για το μέλλον: σύμφωνα με αυτήν τη φριχτά ανορθολογική (και ακραία ανιστόρητη) συλλογιστική, εφόσον υπήρξαν οι δούλοι, θα έπρεπε να υπάρχουν για πάντα· εφόσον οι γυναίκες θεωρούνταν υποχείρια (ή και πράγματα), θα έπρεπε να παραμείνουν τέτοια· εφόσον υπήρξε η Ιερά Εξέταση, θα έπρεπε οι άνθρωποι να καίγονται αιωνίως στις φλόγες της.



Συνακόλουθα, ναι, η πολιτική βία είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορία, όπως απόλυτα συνυφασμένες με την ιστορία είναι και η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, ο θρησκευτικός φανατισμός, ο πόλεμος, η μειονεκτική θέση της γυναίκας, η φτώχεια, η πείνα και πολλά άλλα. Δεν είναι, άρα, ανθρώπινο στοίχημα (στοίχημα του ανθρώπινου πολιτισμού) να πάψουν η πείνα, η φτώχεια, η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, να σταματήσουν οι πόλεμοι, να καμφθεί ο θρησκευτικός φανατισμός – άρα και το να απεμπλακούμε από τη διανοητική και υλική κτηνωδία της πολιτικής βίας; Το έχω γράψει κι άλλοτε (με αφορμή τη σφαγή-εθνοκάθαρση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821): η λογική της «σοφής Ιστορίας», που δικαιώνεται ηθικά μόνο και μόνο επειδή υπήρξε, είναι η λογική του τυφλού παραλόγου: και το Άουσβιτς υπήρξε, και η βόμβα στη Χιροσίμα επίσης, και ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, και οι πυραμίδες του Ταμερλάνου, και οι Σταυροφορίες και η Ιερά Εξέταση… Θα αποδεχτούμε την κανονικοποίηση της ανθρώπινης κτηνωδίας επειδή συνέβη; Και αν ναι, τότε ποιον λόγο έχουμε να μιλούμε για το όποιο ανθρώπινο διακύβευμα που βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής αγωνίας μας – εντέλει του ανθρώπινου πολιτισμού;



Επομένως, εφόσον αποφασίζουμε να συζητήσουμε για την πολιτική βία (και δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη μια τέτοια απόφαση), έχουμε να απαντήσουμε ένα αφετηριακό και απροσπέραστο ερώτημα (ο καθένας το απαντά για τον εαυτό του και ανάλογα με τον όποιο κώδικα πολιτικής ηθικής υιοθετεί): Υπάρχει κάποια μορφή πολιτικής βίας που είναι ηθικά αποδεκτή; Μπορούμε να διανοηθούμε κάποια μορφή πολιτικής βίας που ο σκοπός της μπορεί να ακυρώνει την απανθρωπιά της, τη στοχοθεσία της να σκλαβώσει τον άλλονε στην ισχύ και στον τρόμο της; Για τη συντριπτική πλειοψηφία η διαχρονική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η ακόλουθη: «Ναι, υπάρχει πολιτική βία που είναι (ή μπορεί να γίνει) αποδεκτή από μένα, αρκεί να υπηρετεί το Έθνος μου / τον Θεό μου / τη Φυλή μου / τον Πολιτικό Στόχο μου / το Κράτος μου / την Επανάστασή μου / τον Αγώνα μου / κάποιαν άλλη ηθική τάξη, σπουδαία και μοναδική…» Η προσωπική μου άποψη είναι πως η θέση αυτή, παρά τη μετριοπαθή της διατύπωση (επιγραμματικά λέγεται και «Τιεν-Αν-Μεν αλλά»), ουσιαστικά συνιστά μια καθολική αποδοχή της πολιτικής βίας, καθώς «η σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» είναι προφανώς διαφορετική για κάθε άνθρωπο: όταν είμαστε έτοιμοι να δικαιολογήσουμε έστω και ένα φόνο, χάνουμε το ηθικό επιχείρημα να καταγγείλουμε οποιονδήποτε άλλο φόνο – γιατί ο κάθε φονιάς μπορεί να επικαλεστεί μια δική του «σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» την οποία υπηρετεί διά του φόνου. Έτσι, η μόνη δυνατότητα άρνησης της βίας είναι η καθολική άρνηση του δόγματος που βρίσκεται στον πυρήνα τής (φαινομενικά μερικής) αποδοχής της: καμία ηθική τάξη (ούτε η δική μου ούτε κανενός άλλου), όσο σπουδαία και μοναδική κι αν νιώθω πως είναι, δεν μπορεί να δικαιώσει ή έστω να δικαιολογήσει την πολιτική βία, το φόνο, τον τρόμο, την κτηνωδία – εντέλει: την ήττα μας.





4. Κάθε φορά που επαναλαμβάνω τη θέση μου πως η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, πέρα από την (μάλλον φιλοσοφικής διάστασης) ένσταση που περιγράφτηκε παραπάνω, προκύπτουν και δύο (συνήθως καλοπροαίρετα) κριτικά ερωτήματα που τρέφονται από τον ίδιο ομφάλιο λώρο – και τα οποία καταγράφω ευθύς αμέσως μαζί με έναν σύντομο δικό μου σχολιασμό (που φυσικά αποτυπώνει τη δική μου υποκειμενική οπτική). Το πρώτο από αυτά τα ερωτήματα, ενδεχομένως μεθοδολογικό, είναι το ακόλουθο: «Εφόσον ο φασισμός ως πολιτικό κίνημα γεννήθηκε μόλις τον 20ό αιώνα, δεν είναι ανιστόρητος αναχρονισμός να πεις “φασιστική” την πολιτική βία που υπάρχει από την πρώτη ώρα της ανθρώπινης Ιστορίας;» Το δεύτερο ερώτημα μοιάζει πρακτικό: «Ναι, η πολιτική βία είναι αποκρουστική – ωστόσο δεν είναι ορισμένες φορές απαραίτητη; Τι κάνεις με τους Ναζί, με τον Χίτλερ, με την Κου Κλουξ Κλαν ή τους Νότιους του Αμερικάνικου Εμφυλίου; Τι κάνεις με μια νεοναζιστική ομάδα που διακηρυγμένα σκοτώνει μετανάστες; Μήπως ο όρος “πάντοτε φασιστική” αυτοϋπονομεύεται;»



Απαντάω καταρχάς στο πρώτο ερώτημα – αυτό που αφορά τη χρήση του όρου: Ο φασισμός ως πολιτική πρακτική, πολιτικό πρόταγμα και πολιτική στάση φυσικά και δεν γεννήθηκε στον 20ό αιώνα – υπάρχει από την πρώτη ώρα της Ιστορίας, κυριαρχεί μέσα της και κανοναρχεί διαχρονικά την ανθρώπινη ηθική. Απλώς στον 20ό αιώνα ονομάστηκε φασισμός (και εκφράστηκε μέσα από το αντίστοιχο ομώνυμο ιταλικό πολιτικό κόμμα) ετούτη η πανάρχαια και εξακολουθητική συμπεριφορά κάθε εξουσίας: η στοχοθεσία τού να φτιάξουμε διά της βίας, του τρόμου και του παραδειγματικού φόνου έναν άνθρωπο (και δι’ αυτού μια ανθρωπότητα) ολοκληρωτικά υποταγμένον στον δικό μας ηθικοπολιτικό Κανόνα (και όποιον δεν συμμορφώνεται στον Κανόνα να τον ονομάζουμε ζωτικό εχθρό και να θεωρούμε πως το τέλος του είναι προϋπόθεση της ύπαρξής μας). Το να αρνούμαστε αυτή την πραγματικότητα και να επιμένουμε πως ο φασισμός είναι γέννημα του 20ού αιώνα είναι μια ψευτομεθοδολογική υποκρισία, ένα ανορθολογικό και οριακά αντιεπιστημονικό παιχνίδι με τις λέξεις που γεννάει τέρατα. Και η δουλεία ως όρος ανήκει στην ελληνική αρχαιότητα (και η λέξη σκλαβιά από όπου προκύπτει το αγγλικό slavery είναι γέννημα των χρόνων του Βυζαντίου) – μα αυτό τι σημαίνει, πως δεν υπήρχε δουλεία στην Αρχαία Αίγυπτο, στην Κίνα και στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, στους Μάγιας, στους Ίνκας, στους Αζτέκους ή όπου (παντού) αλλού;



Το δεύτερο ερώτημα είναι σαφώς πραγματικό – και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πράγματι έρχονται στιγμές που η χρήση βίας δείχνει μονόδρομος – τα παραδείγματα μιας συμμορίας που σκοτώνει μετανάστες ή μιας θρησκευτικής σέκτας που δολοφονεί όσους κατανοεί για «απίστους» είναι χαρακτηριστικά. Μα το κρίσιμο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η βία να μην είναι πολιτική (να μην έχει κανένα ιδεολογικό/ερμηνευτικό πρόσημο), να μην ασκείται ποτέ κατά ιδεών και προθέσεων, αλλά κατά συντελούμενων πράξεων που συνιστούν ποινικά εγκλήματα – τα οποία προσπαθεί να αποτρέψει με τη μικρότερη δυνατή χρήση. Ουσιαστικά μιλούμε για μια κατάσταση σκληρών ορίων άμυνας που σε καμία περίπτωση δεν θα στρέφεται κατά των όποιων (αποκρουστικών για μένα, γοητευτικών για κάποιους άλλους) απόψεων (των ρατσιστών, των ναζιστών ή όποιων άλλων), απόψεων που είναι ιερές στο πλαίσιο της δημοκρατικής συνύπαρξης, αλλά ενάντια σε σαφείς εγκληματικές πράξεις που απειλούν τη ζωή και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα… Αυτή η αποτρεπτική βία οφείλει να είναι πάντοτε η λιγότερη δυνατή και εκφράζεται μέσα από κοινωνικά θεσμισμένα και δημοκρατικά ελεγχόμενα όργανα (και τέτοιο θα έπρεπε να είναι η αστυνομία – και όχι ο προφανής βραχίονας της κρατικής καταστολής που είναι σήμερα) και σίγουρα όχι από αυτόκλητους σωτήρες που αυτοδικούν για τη δική τους υποκειμενική αλήθεια, διεκδικώντας να επιβάλουν τη δική τους σωτηρία ή τον δικό τους όλεθρο.



Αυτός είναι και ο λόγος που στο κείμενο αυτό (και σε όλα τα προηγούμενα αντίστοιχα) μιλάω για την πολιτική βία που είναι πάντοτε φασιστική – δηλαδή τη βία που έχει πολιτικό/ιδεολογικό κίνητρο και διαφορίζεται από τη βία ενός ληστή, ενός βιαστή ή ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, και αντίστοιχα διαφορίζεται από την αστυνομική βία που προϋποθέτει η αποτροπή ποινικών εγκλημάτων. Κάποιες φορές στο επίπεδο των αιτίων είναι σαφώς δύσκολη (ενδεχομένως αδύνατη) η διάκριση ανάμεσα στα όρια της βίας (ένας ληστής μπορεί να πεινάει – και η πείνα είναι πολιτική βία), ωστόσο η κρίσιμη διαφορά είναι στο επίπεδο του κινήτρου: ο ληστής κλέβει για να ζήσει (ή για να πλουτίσει) – ο πολιτικός δολοφόνος ή ο συμμετέχων σε ένα τάγμα εφόδου δολοφονεί και τρομοκρατεί αντίστοιχα για να παραδειγματίσει, να φοβίσει και να εξουσιάσει διά του φόβου που σκόρπισε. Η διαφορά (το ανήθικο ιδιωτικό όφελος του εαυτού από τη μια σε αντιδιαστολή με τον ηθικοποιητικό τρόμο τού άλλου) είναι σαφής.



Φυσικά, θεωρώ αυτονόητο το να υπογραμμίσω πως στη δική μου οπτική και αυτή η αποτρεπτική μη πολιτική βία (ακόμη κι αν ασκηθεί με όλες τις δημοκρατικές προϋποθέσεις) εξακολουθεί να παραμένει μια ανθρώπινη ήττα και μια προσχώρηση στην κτηνωδία. Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει υποχρεωτική ή απαραίτητη δεν σημαίνει πως είναι ηθικά αποδεκτή ή πως ο αγώνας ενάντια και σε αυτήν τη βία δεν είναι ένα τεράστιο στοίχημα για την ίδια μας την ανθρωπιά. Αλίμονο αν αποδεχτούμε την αποτρεπτική βία ως ηθικό Κανόνα, αλίμονο αν δεν αναζητήσουμε (έστω, στο στήθος των πιο βαθιών ονείρων μας) μια ανθρωπότητα που θα κοιτάζει πέρα από αυτήν. Αλλά ο αγώνας αυτός προφανώς δεν γίνεται με το λοστάρι, με το πιστόλι και τη βόμβα – γίνεται με καθολική ανθρώπινη αλληλεγγύη, με αλληλοσεβασμό και παιδεία…



Κι εδώ θα ήθελα να σημειώσω και κάτι ακόμη, καθώς βλέπω τα ιδιαίτερα (συχνά επιθετικά) αντανακλαστικά που προκαλεί ο όρος φασιστικός/-κή/-κό που χρησιμοποιώ για να χαρακτηρίσουμε στάσεις και πρακτικές της ζωής μας. Νομίζω πως δεν πρέπει να μας τρομάζουν οι λέξεις – ο φόβος των λέξεων είναι χαρακτηριστικό της θεολογίας. Είναι προτιμότερο να μας τρομάζει ο εαυτός μας, οι πράξεις μας και οι σιωπές μας. Όλοι (ή σχεδόν όλοι) υιοθετήσαμε στη ζωή μας φασίζουσες συμπεριφορές πολιτικής βίας, όλοι χαϊδευτήκαμε με τον διαρκώς αναφυόμενο φασισμό. Κι εγώ, φυσικά, έχω ασκήσει στη ζωή μου βία – επιπλέον υπηρέτησα ως δυνάμει δολοφόνος στη φασιστική κτηνωδία του ελληνικού στρατού. Το να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου για να καμωθώ τον άμεμπτο θα έδειχνε πως δεν έχω αντιληφθεί διόλου τη ματαιότητα του χρόνου μου… Ο φασισμός είναι κυρίαρχος στη ζωή μας και στην κουλτούρα μας – συχνά μοιάζει μονόδρομος: αρκεί να σκεφτούμε τους θεσμούς της οικογένειας και του σχολείου, την έννοια της παιδαγωγικής (η οποία από την ίδια της τη φύση είναι μια ανθρωποδιορθωτική διαδικασία διαμόρφωσης του άλλου), τη συναισθηματική βία και τους συναισθηματικούς εκβιασμούς, τη βία που ασυναίσθητα ή και ασυνείδητα ασκούμε έναντι της φύσης. Δεν έχουμε αρκετές και πειστικές απαντήσεις σε όλες αυτές τις εκφάνσεις τις βίας – αλλά τουλάχιστον μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτές και για την απανθρωπιά που κουβαλάν, να τις αρνούμαστε ηθικά και πρακτικά όσο και όπως μπορούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτές – εντέλει να σταθούμε κριτικά απέναντι στον εαυτό μας και να αντισταθούμε στο φασισμό που κουβαλάμε μέσα μας.





5. Η μη βίαιη πολιτική διεκδίκηση είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη πολιτική κατάκτηση της Δύσης και της ανθρωπότητας. Μετά από πολλούς αιώνες όπου οι άνθρωποι υπέτασσαν τους ανθρώπους στην άποψή τους διά του σιδήρου ή διά της πυράς, ήρθε η ώρα που (τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμικής πραγματικότητας) μπορούμε να διαμορφωνόμαστε διά της πειθούς (: της πειθούς με τα λόγια και με το έμπρακτο παράδειγμα) και όχι διά του φόβου – ουσιαστικά ήρθε η ώρα της δημοκρατίας. Μπορεί τούτη η δημοκρατία να διατρέχεται από χίλιες δυο στρεβλώσεις και θεμελιακές ανισότητες, μπορεί να υπάρχουν ισχυρότατοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κατασκευής πειθούς και συναίνεσης, ωστόσο η απάντηση σε όλα τούτα είναι ένας άλλος λόγος (λόγος πολιτικής ανυπακοής, δικαιωματικής αντίστασης, κοινωνικής αλληλεγγύης και έμπρακτης ανθρωπιάς) και όχι η καταφυγή στο νόμο εκείνου που έχει τον μεγαλύτερο πύραυλο, την ισχυρότερη βόμβα, το καλύτερο κανόνι, το πιο επιδέξιο τσεκούρι. Τα πολλά παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μάς δείχνουν πως άνθρωποι με μοναδικό όπλο το τρεμάμενο σώμα τους και την παλλόμενη καρδιά τους μπόρεσαν να αντισταθούν και να λυγίσουν τις πιο θηριώδεις ολοκληρωτικές τυραννίες των καιρών τους, δίχως να πειράξουν μήτε μια ανθρώπινη τρίχα, δίχως να τρομοκρατήσουν μήτε κουνούπι… Και τούτοι οι άνθρωποι, αγαπώντας και όχι μισώντας, κέρδισαν σημαντικά στοιχήματα ελευθερίας για λογαριασμό όλων μας…



Αντίθετα, όλες οι πολιτικές επαναστάσεις (δηλαδή τα βίαια πραξικοπήματα σεχταρισμένων μειονοτήτων που διαχρονικά έγιναν στο όνομα του «Λαού» και του «Ανθρώπου») είχαν ένα κύριο χαρακτηριστικό τους: την απανθρωπιά και τη σταδιακή προσχώρηση στην κτηνωδία. Έτσι, λογής μεγαλοφονιάδες (από τον Ροβεσπιέρο μέχρι τον Πολ Ποτ) εκμεταλλεύτηκαν μια λέξη με γοητευτικό θάμπος (: Επανάσταση) για να γίνουν εξουσιαστές στη θέση εξουσιαστών, να σφαγιάσουν σώματα και να αφανίσουν ανθρώπους, να σπείρουν τον τρόμο και την απελπισία, να στοιβιάξουν ντούμπες με πτώματα ονοματίζοντάς τες «προϋπόθεση της αγάπης» ή «παράπλευρες απώλειες» ή «αναγκαιότητα», να υπονομεύσουν καταστροφικά τα ζωτικά ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να τα αναδείξουν όπως ισχυρίζονται παβλοφικά οι υποστηρικτές τους. Οι θιασώτες του επαναστατικού φαντασιακού λησμονούν με πρόθεση (δεν μπορεί να υπάρχει τόση βλακεία) πως όλα τα επαναστατικά καθεστώτα ήσαν τυραννικοί ολοκληρωτισμοί που καταργούσαν διαμιάς τα ανθρώπινα δικαιώματα, κήρυσσαν εκτός «νόμου» κάθε μορφή εκλογών, κατέπνιγαν διά του φόνου κάθε αντίθετη φωνή και απαγόρευαν ακόμη και την κυκλοφορία των ανθρώπων στους δρόμους. Οι ίδιοι άνθρωποι, με την ανάλογη χαριτωμένη ρητορική του παραλόγου, επίσης ξεχνούνε πως η εργατική νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα της σύνταξης, η ισότητα ανδρών και γυναικών, η ανεξιθρησκία, η κατάργηση της δουλείας και των φυλετικών διακρίσεων, η δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αντίρρηση συνείδησης είναι γεννήματα του αστικού κόσμου, του αστικού πολιτισμού και της δημοκρατίας και προέκυψαν ως αιτήματα και ως (μερική έστω) εφαρμογή μέσα από τον διόλου άγονο αγώνα της αγάπης, της αλληλεγγύης, της θυσίας, της κοινωνικής συμμετοχής – και όχι με το φόνο, τον τρόμο και την εξαγγελία του θανάτου…



Σε όλα αυτά ακούω τον συνεχή αντίλογο: Με αυτά που λες ακυρώνεις όχι μόνο τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά ακόμη και τον Σπάρτακο και τον Τσε Γκεβάρα και την απόπειρα του Παναγούλη… Φυσικά δεν ακυρώνω τίποτε (εξάλλου τα ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν να ακυρωθούν), αλλά σίγουρα κρατώ το δικαίωμα να τα βλέπω κάθε φόρα όσο πιο κριτικά μπορώ. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί την παραδειγματική απόδειξη για το πώς η πολιτική βία που θα εναντιωθεί σε μια καταπιεστική και τυραννική εξουσία θα καταλήξει σε μια τυραννία πολύ χειρότερη από την εξουσία που υποτίθεται πως θέλησε να ανατρέψει. Η τρομοκρατία και οι γκιλοτίνες του Ροβεσπιέρου (και των συν αυτώ) ήταν ένα ολοκληρωτικό τέρας ντυμένο με ωραία λόγια και με την πορφύρα του αίματος, που υπονόμευσε ανεπανόρθωτα τις διαφωτιστικές αρχές, πάνω στις οποίες μόνον ρητορικά στηρίχτηκε. Δυστυχώς το επαναστατικό φαντασιακό για πολλές δεκαετίες του 20ού αιώνα αναγνώριζε (και αναγνωρίζει) στη γκιλοτίνα «την καθαρτήρια κόψη που εξαγνίζει το Μέλλον» – και διάφορες αντίστοιχες λυρικές όσο και φρικαλέες μπούρδες… (Και προφανώς είναι περιττό να μιλήσω εδώ για το κομμουνιστικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917 στη Ρωσία, που ευφημίζεται ως «Οκτωβριανή Επανάσταση» και οδήγησε σε έναν από τους πιο απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς της ιστορίας, ούτε για την ακόμη πιο εφιαλτική τυραννία που εγκαθίδρυσε στην Κίνα ο Μάο Τσε Τουνγκ υπό τον ψευδότιτλο «Κινέζικη Επανάσταση» – οι Κινέζοι ουδέποτε επαναστάτησαν, απλώς πέρασαν από τη μια σκλαβιά σε μιαν άλλη πολύ χειρότερη, περίπου απερίγραπτη ακόμη και με όρους επιστημονικής φαντασίας…)



Κάθε ανθρωποδιορθωτισμός έχει ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση τρόμου και από διάφορους παραδειγματικούς μαρτυρικούς «ήρωες» στους οποίους δίνει μεσσιανικές διαστάσεις. Το επαναστατικό φαντασιακό δεν εξαιρείται: έτσι δημιούργησε στον 19ο αιώνα και κυρίως στις αρχές του 20ού για τον Σπάρτακο (ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό πρόσωπο για το οποίο οι ιστορικές πηγές είναι αντιφατικές) την εικόνα ενός «Μεσσία της Επανάστασης»: το κίνημα των Γερμανών Σπαρτακιστών, οι πολυάριθμες μυθιστορηματικές βιογραφίες και, κυρίως, η αριστουργηματική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ μάς εγκλώβισαν σε μιαν απροσπέλαστη εικόνα (ποιος μπορεί να μη σημαδευτεί από την τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου όλοι οι δούλοι, ο ένας μετά τον άλλον, φωνάζουν «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος…»;) – μια εικόνα που ωστόσο πολύ λίγη σχέση έχει με την ιστορική πραγματικότητα. Ο Σπάρτακος ήταν ένας δούλος που δραπέτευσε κι έφτιαξε δικό του στρατό ενάντια στους Ρωμαίους: ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε κοινωνικό αίτημα στη διαδρομή του, η οποία εκφράστηκε αποκλειστικά μέσα από μάχες, σφαγές και λαφυραγωγία. Όλα δείχνουν πως υπήρξε πράγματι ένας εξαιρετικός στρατηγός απέναντι στις ρωμαϊκές λεγεώνες, μα είναι προφανές πως ο κεντρικός του προσανατολισμός ήταν να δημιουργήσει αξιόμαχο στρατό (δηλαδή: έναν στρατοπεδικό κόσμο) τον οποίο χρησιμοποίησε για να καταλάβει την εξουσία. Επίσης όλα δείχνουν πως την κρίσιμη ώρα της ισχύος του δεν επέλεξε την ελευθερία των αντρών του (δεν τους επέτρεψε να περάσουν τις Άλπεις και να γυρίσουν ελεύθεροι στις πατρίδες τους, αλλά θέλησε να τους εγκλωβίσει σε έναν συγκροτημένο στρατό και να βαδίσει προς τη Ρώμη), ούτε έθεσε το παραμικρό κοινωνικό αίτημα για την κατάργηση της δουλείας. Το ότι πολέμησε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία των αιώνων και το ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του υπέστησαν την κτηνωδία της παραδειγματικής σταύρωσης αρκούσαν στους θιασώτες της επαναστατικής θεωρίας για να τον τοποθετήσουν στο «Πάνθεον των Μαρτύρων» τους, δίχως να σκεφτούν ότι η αντίθεση σε μια κτηνωδία μπορεί να σημαίνει μιαν αντίστοιχη κτηνωδία (και οι Γαλάτες και οι Οστρογότθοι και πολλοί άλλοι πολέμησαν τους Ρωμαίους), αλλά και το ότι η ίδια η στρατιωτική πρακτική του Σπάρτακου δείχνει πως, εάν νικούσε, προφανώς θα ήταν ένας ακόμη εξουσιαστής, ενδεχομένως απαράλλακτος με τους Ρωμαίους… (Επιπλέον θυμίζω πως η δουλεία καταργήθηκε εξαιτίας του αστικού Διαφωτισμού –εξαιτίας του Ρουσό, ας πούμε– στον αστικό κόσμο του 18ου και του 19ου αιώνα…)



Ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι προφανώς το απόλυτο μεσσιανικό πρότυπο του «επαναστάτη-μάρτυρα»· είχε ακόμη και φυσική ομοιότητα με τις απεικονίσεις του Χριστού και μαγματική γοητεία, ενώ η νεκρική φωτογραφία του τραβηγμένη από τους εκτελεστές του μοιάζει απελπιστικά με τον Αποκαθηλωμένο Ιησού του Μαντένια. Έτσι, τέσσερις δεκαετίες μετά τη δολοφονία του, είναι θρύλος και τραγούδι σε όλες τις γωνιές του κόσμου, ενώ στη Λατινική Αμερική –και όχι μόνο– λατρεύεται ως άγιος. Ωστόσο ο Γκεβάρα, σε αντίθεση με τον Σπάρτακο, για μια εξαετία περίπου βρέθηκε στην εξουσία και καταγράφτηκε η διόλου ανθρώπινη εξουσιαστική δράση του. Κι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε το πώς ένας ιδεαλιστής και αναμφίβολα ανθρωπιστής γιατρός, που γυρνούσε ως εθελοντής στα λεπροχώρια της Λατινικής Αμερικής, από την ώρα που αποδέχτηκε την πρακτική της ένοπλης βίας έγινε ένας δυνάμει εξουσιαστής. Η «Κουβανική Επανάσταση», όταν επικράτησε, εγκαθίδρυσε μιαν αδίστακτη ολοκληρωτική τυραννία με εκτελέσεις αντιφρονούντων και αποστέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια τυραννία στην οποία ο Τσε όχι μόνο έστερξε αλλά και συνδιαμόρφωσε (το ότι διαφώνησε στη συνέχεια μάλλον είχε να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του και όχι με πολιτική διαφωνία…). Αναμφίβολα η μυθιστορηματική ζωή του Γκεβάρα, ο εκρηκτικός διονυσιακός του χαρακτήρας, ο έντονος ερωτισμός που εξέπεμπε, ο αδιαμφισβήτητος ηρωισμός του, το σχεδόν αυτοθέλητο τέλος του και το ξαπλωμένο γυμνό κορμί του στα χέρια των δολοφόνων του τον έκαναν έναν από τους μεγαλύτερους μύθος του μεταπολεμικού κόσμου. Μα αν κανείς διαβάσει τα (σταλινικά) πολιτικά του κείμενα και κυρίως αν μελετήσει τα πολιτικά του πεπραγμένα στην Κούβα, θα δει πως ο αφετηριακός ιδεαλισμός και ανθρωπισμός του στην πράξη συνθλίφτηκε από τον επαναστατικό ολοκληρωτισμό, την ιερουργία της βίας και τη θεολογική γοητεία της βέβαιης «Σωτηρίας» που θα έρθει αν την πιστέψεις απόλυτα, αν δοθείς ολοκληρωτικά σε αυτήν.



Ο Αλέκος Παναγούλης δεν αποτελεί πρότυπο για το επαναστατικό φαντασιακό (εξάλλου ο ίδιος υπήρξε αγωνιστής και υπέρμαχος της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εκλεγμένος βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου)· οι θιασώτες της επαναστατικής βίας τον χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο για να δικαιολογήσουν τις βόμβες «των συντρόφων τους»: «Και ο Παναγούλης έβαλε βόμβα για να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο», λένε, «θεωρείς την πράξη του φασιστική;» Έχω γράψει αναλυτικά τη θέση μου για τον Παναγούλη (στο βιβλίο μου Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, 2006, βλ. και http://www.triaridis.gr/keimena/keimC004.htm): και, ναι, φυσικά και θεωρώ την πράξη της πολιτικής δολοφονίας φασιστική, ανήθικη και, επιπλέον, πολιτικά άστοχη – θα έδινε στη Χούντα έναν μάρτυρα και θα άνοιγε το δρόμο σε ακόμη μεγαλύτερη καταστολή. Συνάμα θεωρώ τον Παναγούλη έναν από τους ήρωες της ζωής μου, όχι βέβαια για τη δολοφονική απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968, αλλά για τη μετέπειτα στάση του απέναντι στο στρατοδικείο, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη θανατική του καταδίκη, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη φυλάκιση (που στην ουσία ήταν ένας πολύχρονος και κυριολεκτικός ενταφιασμός), τα βασανιστήρια και τον αδιάκοπο πόνο. Ζώντας επί πέντε χρόνια (1968-1973) έναν συνεχή και αδιανόητο εφιάλτη που δεν μπορεί να τον αντέξει άνθρωπος για περισσότερο από μια βδομάδα, ο Παναγούλης κατάφερε να επιστρατεύσει μια εσωτερική ορμή ζωής και ανθρωπιάς, και δι’ αυτής να κατισχύσει έναντι του μηχανισμού που πάσχισε να τον εκμηδενίσει. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Παναγούλης μεταδικτατορικά εναντιώθηκε στην εκτέλεση της θανατικής ποινής των πρωταίτιων της Χούντας (ανάμεσα σε αυτούς ήταν φυσικά και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος) και συγχώρεσε τους βασανιστές του στη δίκη τους – ακριβώς γιατί είχε ζήσει το βυθό της βίας στην ίδια του την ύπαρξη. Μα όλη τούτη η ορμή της ζωής που παλεύει σπαρακτικά με τη βία (εσωτερική και εξωτερική) και περιγράφεται τόσο καίρια στο βιβλίο της Οριάνας Φαλάτσι (Ένας άντρας) είναι ψιλά γράμματα για όσους ψάχνουν στην απόπειρα του Παναγούλη τη δικαίωση του «επαναστατικού» τους τέρατος.



Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο απουσιάζει (ή και ενοχοποιείται) η μη βία, η ανθρώπινη αλληλεγγύη και ο κοινωνικός αλληλοσεβασμός από τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοχαρακτηριζόμενης «αντι-συστημικής» και «αντιεξουσιαστικής» σκέψης στην Ελλάδα. Ενώ σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο η αντισυστημική σκέψη εδώ και δεκαετίες γύρεψε (και γυρεύει) μιαν άλλη οπτική για τις ανθρώπινες σχέσεις (την οικογένεια, τη σεξουαλικότητα, την ατομική ελευθερία, το περιβάλλον) κι ενώ αναζήτησε ουσιαστικά τον πασιφισμό, τη σεξουαλική ελευθερία, τον ερωτισμό, τη μη βία σε έναν κόσμο δίχως εξωτερικά και εσωτερικά σύνορα, στην Ελλάδα ο αυτοχαρακτηριζόμενος «αντιεξουσιαστής» λογαριάζει τον εαυτό του ως «στρατιώτη της Επανάστασης»: είναι η εικόνα ενός μπόντι μπίλντερ που αποδέχεται το χαρακτηρισμό «Αγωνιστής Πόλης» (διάβαζε: Τάγμα Εφόδου) κι είναι έτοιμος με το λοστάρι, τη μολότοφ και την κουκούλα να σπάσει, να πυρπολήσει, να φωνάξει «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», να συκοφαντήσει ή και να δείρει όποιον «παλιό σύντροφο» διαταράξει την ενότητα της «επαναστατικής του βεβαιότητας» (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τι υπέστη από τους δήθεν «αναρχικούς» ο Νικόλας Άσιμος επειδή δεν μπορούσε να ενταχτεί στο στρατοπεδικό τους όραμα – για να αναφερθώ μόνο σε έναν από τους αποδιοπομπαίους, που είναι νεκρός εδώ και 22 χρόνια…).



Όλη αυτή η αναντιστοιχία ανάγεται σε δυο ιδιαιτερότητες (: στρεβλώσεις) της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ιστορική και μια πολιτισμική. Η ιστορική ιδιαιτερότητα είναι προφανώς ο Εμφύλιος Πόλεμος της περιόδου 1946-1949 και οι απάνθρωποι μετεμφυλιακοί διωγμοί που εξαπέλυσε η παράταξη των νικητών – διωγμοί οι οποίοι κατέστησαν μέσα μας την ηττημένη Αριστερά ηθικά υπερέχουσα σε ιδεολογικό επίπεδο, αποφεύγοντας αυτιστικά να αναλογιστούμε σε βάθος πόσον ολοκληρωτισμό και πόσην απανθρωπιά καλλιέργησε μέσα της. Έτσι, όσοι δεν ήταν μέσα στον σκληρό πυρήνα των νικητών του Εμφυλίου εγκλωβίστηκαν στη λογική «του όπλου παρά πόδα», βρέθηκαν να πενθούν για τη Συμφωνία της Βάρκιζας και να ονειρεύονται, εκόντες-άκοντες, την ώρα που «θα πάρω το ντουφέκι μου, να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες…» Ο τρόπος (η ζέση και το πάθος) με τον οποίο τραγουδιότανε και τραγουδιέται αυτό το φρικαλέο τραγούδι (Πότε θα κάνει ξαστεριά) στην πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ενδεικτικός του ελληνικού «επαναστατικού» ονείρου.



Δίπλα στην πληγή του Εμφυλίου και τα αντανακλαστικά που γέννησε έρχεται να προστεθεί η νεοελληνική πολιτισμική ιδιαιτερότητα της προγραμματικής αγραμματοσύνης που συμπλέκεται μοναδικά με την αυτιστική αυτοκατάφαση. Στην Ελλάδα των δογμάτων του «Έθνους» και της «Ορθοδοξίας» ο κόσμος εκπαιδεύτηκε στο δογματισμό, τον τραμπουκισμό και τον διανοητικό αυτισμό: «Οι Έλληνες έχουμε στα κύτταρά μας την πρωτιά…» δήλωσε μια προφανώς και εντέλει αποδεδειγμένα ντοπαρισμένη Ελληνίδα αθλήτρια, εκφράζοντας όλον τον θρασύδειλο νεοελληνικό αυτισμό της αυτοκατάφασης. Την ώρα που οι νέοι Έλληνες φορούνε περικεφαλαίες στα γήπεδα νιώθοντας πως είναι απόγονοι του Αχιλλέα, εκατοντάδες λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα αναφοράς του δυτικού κόσμου παρέμειναν και παραμένουν επί αιώνες αμετάφραστα ή απροσπέλαστα στα ελληνικά. Στη νεότερη Ελλάδα δεν υπάρχει καμία σύνδεση με την τεράστια πνευματική παράδοση της Αναγέννησης, που ουσιαστικά γεννά το Διαφωτισμό και φτιάχνει τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, ενώ ολόκληρα λογοτεχνικά/καλλιτεχνικά είδη όπως η ερωτογραφία ή η επιστημονική φαντασία απουσιάζουν σχεδόν πλήρως· έτσι, ο ανορθολογισμός εγκαθίσταται ως πρωταρχικός άξονας της πολιτικής σκέψης. Μοιραία θα αναζητηθούν οι εύκολες λύσεις: και τι ευκολότερο από την κατασκευή ενός «κακού εχθρού» τον οποίο «εμείς οι καλοί» πολεμάμε;



Κάπως έτσι, το κτηνώδες επαναστατικό φαντασιακό της βίας και του τρόμου κυριαρχεί στην Ελλάδα σήμερα. Διάφοροι, που θεωρούν «αντι-εξουσία» να κυκλοφορούν με σιδερογροθιές και να πετάν μολότοφ, να δέρνουν, να τραμπουκίζουν και να τρομοκρατούν, είναι βέβαιοι πως ετοιμάζουν την «Επανάσταση» – κι εάν κάποιος τούς μιλήσει για τη μη βία και για την αξία της καθολικής ανθρώπινης αλληλεγγύης (για την αγάπη;) ονομάζεται «χριστιανός», «καθεστωτικός» ή «δεκανίκι του συστήματος»… Όσο είμαι σε θέση να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις και τις δράσεις από το Διαδίκτυο, εδώ και χρόνια δεν είδα μια εθελοντική αιμοδοσία σε κάποιο από τα «στέκια» και τις «καταλήψεις» – αντιθέτως είδα αμέτρητες πορείες υπό το φασιστικό σύνθημα της συλλογικής ευθύνης («Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι») και αμέτρητες άλλες για υποστήριξη ανθρώπων («συντρόφων») που βάζουν βόμβες (είναι οι λεγόμενοι «δικοί μας φονιάδες» που, σε αντίθεση με τους «φονιάδες των άλλων», είναι «καλοί και ηθικοί» – εξού και η εφιαλτική μούγγα που απλώθηκε όταν μια βόμβα διαμέλισε τον δεκαπεντάχρονο Χαμί Νατζάφι τον Μάρτιο του 2010). Μοιραία σε έναν τέτοιο κόσμο ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Λέων Τολστόι, ο Πολ Γκούντμαν, ο Τζον Λένον αγνοούνται – κι όσοι μιλούν γι’ αυτούς χαρακτηρίζονται «απολογητές του αστικού κράτους» και «αναθεωρητές». Υπό μία έννοια, όλο αυτό έχει (ή βρίσκει) τη λογική του για τους θιασώτες της «ερχόμενης Επανάστασης»: η μη βία, ο πασιφισμός και η καθολική αλληλεγγύη είναι ο αντίποδας της στρατοπεδικής προδιαγραφής τους και του εξίσου στρατοπεδικού ονείρου τους.





6. Δεν μπορεί να πει κανείς πως δεν υπήρξαν αρκετές φωνές από το χώρο της αντισυστημικής (τουλάχιστον στη στοχοθεσία της) σκέψης στην Ελλάδα που (κυρίως με αφορμή τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν της 5.5.2010) έσπασαν την απαίσια «επαναστατική» μούγγα και καταδίκασαν την αποκρουστική δολοφονία, καταγράφοντας ταυτόχρονα τον προβληματισμό τους για το κατά πόσο (δεν) έχουν ξεκαθαρίσει τη σχέση τους με την πολιτική βία. Δυστυχώς όσοι μίλησαν ήσαν πολλοί λίγοι (απελπιστικά λίγοι) σε σχέση με αυτούς που θα περίμενε κανείς – ιδίως εάν λάβει υπόψιν πόσοι είχαν νιώσει την ανάγκη να τοποθετηθούν με λόγια ή πράξεις στην περίπτωση της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου… Μα, ακόμη και μέσα σε αυτούς τους λίγους, ελάχιστες είναι οι φωνές συνολικής εναντίωσης στην πολιτική βία: το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων εναντιώνεται στη μεμονωμένη τρομοκρατική βία (τη λεγόμενη ατομική τρομοκρατία) και τη διείσδυσή της στο χώρο της αντισυστημικής σκέψης – και την ίδια ώρα, με προσήλωση θρησκευτική, εξακολουθούν να ομνύουν στην «Επανάσταση» και τη συνακόλουθη βία που αυτή εξ ορισμού και καταστατικά προβλέπει: λένε πως «όταν ο Λαός εξεγερθεί μαζικά» (ιστορικά ποτέ δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο – πάντοτε οι πολιτικές επαναστάσεις ήταν πραξικοπήματα μιας μικρής ένοπλης μειοψηφίας), «τότε ναι, η βία είναι θεμιτή…» Άραγε γιατί άνθρωποι που γνωρίζουν (ή έστω: μπορούν να μάθουν) σε τι φριχτούς ολοκληρωτισμούς έχει οδηγήσει ιστορικά η κτηνωδία κάθε πολιτικής επανάστασης όποτε αυτή επικράτησε έχουν τέτοια (θρησκευτική) προσκόλληση σε μια, πέραν των άλλων, βαθύτατα εξουσιαστική πολιτική πρακτική (γιατί σε αυτό αποσκοπεί πάντοτε η επανάσταση: στην κατάληψη της εξουσίας διά της βίας);



Πρέπει να αναγνωρίσει κανείς στους περισσότερους από τους θιασώτες του «επαναστατικού» ρομαντισμού πως στη συντριπτική πλειοψηφία τους εμφορούνται από ανιδιοτέλεια και ειλικρινή ευαισθησία για τις πολυάριθμες και πολυεπίπεδες αδικίες και ανισότητες του κόσμου – και υπό την έννοια αυτή ίσως είναι οι πιο ευαίσθητες εκδοχές μιας (στη συντριπτική της πλειοψηφία) χειραγωγημένης και αφασικής κοινωνίας. Δυστυχώς βλέπω επαναληπτικά σε τούτη την αφετηρία την ίδια συνέχεια: οι άνθρωποι αυτοί, και παρά την εξαιρετικά ιδεαλιστική τους πρόθεση, χειραγωγούνται από το «επαναστατικό» φαντασιακό της βίας και της θεολογικής επίλυσης των ανθρώπινων προβλημάτων (και των ανθρώπινων αινιγμάτων) διά της επερχόμενης «Επανάστασης» (πάντοτε με κεφαλαίο έψιλον). Έτσι, αρνούνται τον δύσκολο δρόμο της συνύπαρξης, της αλληλεγγύης και της αγάπης (και είναι στ’ αλήθεια δύσκολο πράγμα η αγάπη) και παραδίνονται μονομιάς στην ευκολία της φαντασιακής «οργής», των μανιχαϊστικών όγκων του δικού μας «καλού» και του «κακού» των άλλων. Πολύ σύντομα η ευαισθησία τους έχει εγκλωβιστεί μέσα στην κτηνωδία της βίας και η ανθρωπότητα έχει γίνει στο νου τους ένας στρατοπεδικός κόσμος νοερών «συμμάχων» και νοερών «εχθρών». Μέσα από το παραμορφωτικό αυτό πρίσμα υιοθετούν αβασάνιστα στις πορείες τους φασιστικά συνθήματα συλλογικής ευθύνης («Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι») ή ωμής εξαγγελίας φόνου («Φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες») και αντιλαμβάνονται κάθε είδους κριτική ως «πρακτοριλίκι» ή, το λιγότερο, «υποταγή στο σύστημα»:. Επί της ουσίας, ανεπαισθήτως (ή και όχι τόσο ανεπαισθήτως) προσχωρούν στο φασισμό, δίχως να καταλαβαίνουν πως η εξαιρετική ταινία Το Κύμα αφορά και αυτούς (και όχι μονίμως κάποιους άλλους). Στο φαντασιακό τους, ο θαμπός και ακαταλόγιστος στόχος μιας «Επανάστασης» που θα καθάρει τον κόσμο εξαγνίζοντάς τον από όλα τα δεινά εν είδει Δευτέρας Παρουσίας είναι σημαντικότερος από τα τρεμάμενα ανθρώπινα σώματα· αν αυτά κινδυνεύσουν ή τρομοκρατηθούν από τις μολότοφ τους, τις πέτρες τους, τους λοστούς τους και τις σιδερογροθιές τους, λογαριάζονται ως παράπλευρες απώλειες: έτσι οι νεκροί της Μαρφίν «πεθαίνουν από αναθυμιάσεις» ή «από την ίδια την Ιστορία», «από ένα τρένο στις ράγες του οποίου αλυσοδέθηκαν». Δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος για την κτηνωδία από το να αποκαλείς τον εαυτό σου Ιστορία – η οποία φυσικά υπόκειται, ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τον εαυτό της: έτσι δικαιολογούσαν οι ναζί (ο Χίμλερ, για παράδειγμα) το Ολοκαύτωμα – και διόλου συμπτωματικά ακριβώς αυτή ήταν και η επιχειρηματολογία εκείνων που αφάνισαν με δυο βόμβες 240.000 ανθρώπους στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι…



Είναι αναμφίβολα άδικο να ταυτίζουμε όλον τον χαρακτηριζόμενο ως «αναρχικό» ή «αντιεξουσιαστικό» χώρο με τους φονιάδες που σκότωσαν τους τρεις υπαλλήλους της Μαρφίν στις 5.5.2010 ή με τους απάνθρωπους τραμπούκους που εμπόδισαν το ασθενοφόρο να φτάσει στο καμένο κατάστημα. Στο «χώρο» αυτό βρίσκεται (ή περνάει) ένας σημαντικός αριθμός ετερόκλητων ανθρώπων. Κάποιοι εξ αυτών είναι πράγματι έτοιμοι τραμπούκοι ή/και εκκολαπτόμενοι νεοναζί. Κάποιοι άλλοι ωστόσο είναι άνθρωποι με εξαιρετικές ευαισθησίες, πολιτικές διαδρομές αλληλεγγύης, πολλά ταλέντα και ιδιαίτερα αιχμηρή ματιά στην κριτική της υπάρχουσας κατάστασης. Δυστυχώς αυτοί οι δεύτεροι αδικούν τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους όταν, στο όνομα της απαίσιας «Επανάστασης» και του φαντασιακού της, ανέχονται να κάνουν πορείες πλάι-πλάι με τους πρώτους, να αναλαμβάνουν το βάρος της φασιστικής βίας τους (που οι ίδιοι ποτέ δεν άσκησαν και ποτέ δεν ονειρεύτηκαν), να τους θεωρούν «συναγωνιστές» και «συντρόφους» (άραγε πόσην πολιτική αποφορά μυρίζει τούτη η λέξη;) – και στο όνομα ενός κοινού «εχθρού» που «παραμονεύει», «καραδοκεί», «έρχεται», «επίκειται» (ή ό,τι άλλο) να ταυτίζονται μαζί τους. Έτσι, μέσα από τη λογική της σταδιοποιημένης προσχώρησης το επαναστατικό φαντασιακό κυριαρχεί – και η βία γίνεται αποδεκτή, «ένα κέλευσμα της Ιστορίας» όπου κάτι μεγάλο και ασαφές «μας ενώνει»: το «επαναστατικό» διανοητικό Lager έχει σχηματιστεί – και πλέον είμαστε (: πλέουμε) μέσα του. Τότε πιάνουν δουλειά και οι ομοιοκαταληξίες – κάθε λογής ομοιοκαταληξίες, από την Bandiera Rossa μέχρι το δίστιχο του Νίκου Γκάτσου: «Λυπημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί / με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί». Είναι στ’ αλήθεια γοητευτικές οι ομοιοκαταληξίες – κάποιες φορές απροσπέλαστες· μα θα εκχωρήσουμε την ανθρώπινη πιθανότητά μας σε έναν στρατοπεδικό κόσμο και σε μιαν ομοιοκαταληξία, σε ένα «θέλει νεκροί χιλιάδες / να ’ναι στους τροχούς / θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους»; Φυσικά (και) σε αυτό το ερώτημα ο καθένας απαντάει από μόνος του· είναι προφανές πως εμένα δεν μου αρέσουν οι ομοιοκαταληξίες που μπορούν να απαγγελθούν από πολλούς μαζί – θαρρείς να γυρεύουν να κανονικοποιήσουν τη μνήμη μου: με φωτιά και με μαχαίρι και με ωραίες ομοιοκαταληξίες πάντοτε οι εξουσίες σκλαβώνουν τους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, προτιμώ άλλους στίχους, ποιήματα που διαβάζονται κατά μόνας – και στην περίπτωση του Γκάτσου γυρνάω συνεχώς σε εκείνον τον τρομερό σπαραγμό της Αμοργού: «Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ.»



7. Μέσα σε κάθε κοσμοδιορθωτική ιδεολογία υπάρχει μια σταδιοποιημένη διαδικασία προσχώρησης στην κτηνωδία της βίας που αυτή επαγγέλλεται. Η προσχώρηση αυτή δεν γίνεται πάντοτε μονομιάς: ωραία λόγια, γοητευτικά προτάγματα ζευγαρωμένα με δήθεν εικονοκλαστικές (μα εξαιρετικά φτηνές και δημαγωγικές) εξυπνάδες λειτουργούν ως προπετάσματα και συγκροτούν γοργά το (πάντοτε ηρωικό) φαντασιακό. Κάποτε έρχεται η ώρα για τη βία (στο φαντασιακό ονομάζεται «πράξη» – και συνιστά την «υπέρτατη ώρα» όπου η ιδέα γίνεται «Αλήθεια»)· εκείνη την ώρα υπάρχουν όλων των διαβαθμίσεων τα επιχειρήματα που θα επιτρέψουν στο ήδη διαμορφωμένο φαντασιακό να αυτοδικαιωθεί και να αναπαραχθεί: η επικείμενη «απειλή», η «βία του εχθρού», η «ζωτική ανάγκη επιβίωσης», η «ανάγκη», η «Ιστορία που προχωρά», το βόλεμα μέσα στη δήθεν «νομοτέλειά» της. Αυτό ισχύει για τη βία κάθε ιδεολογίας: εθνικής, θρησκευτικής, ρατσιστικής, κρατικής, επαναστατικής. Οι συμμετέχοντες κάποτε διαπιστώνουν πως το κόψε-κόψε έχει ήδη ξεκινήσει, πως η ντούμπα με τα πτώματα υψώνεται· αλλά το φαντασιακό είναι πολύ ισχυρό για να παραδεχτούν τούτη την πραγματικότητα και να εναντιωθούν σε αυτήν – και το «συντροφικό» λίπος απορροφάει κάθε κραδασμό.



Δεν μιλάω για κάποιους άλλους – μιλώ για όλους μας (και για τον εαυτό μου): υπήρξαν φορές που όλοι μας υπήρξαμε αδρανείς – ή και, ακόμη χειρότερα, αφήσαμε τα αντανακλαστικά μας απέναντι στην πολιτική βία να βυθιστούν στο λίπος του βολέματος, στο λίπος του προαιώνιου «έθνους» και του αλάθητου κράτους ή στο λίπος της «επαναστατικής», «αναρχικής», «αντισυστημικής» ή όποιας άλλης φαντασίωσης… Όταν μετά τη δολοφονία του 15χρονου Χαμί Νατζάφι στα τέλη του Μαρτίου του 2010 έγραψα για την αποκρουστική μούγγα μεγάλου μέρους του αναρχικού χώρου στις επί της ουσίας πάντοτε νεοναζιστικές βόμβες, κατηγορήθηκα ως «Ιεροεξεταστής που καθισμένος στο θρόνο μου δικάζω τους ανθρώπους» – κι όλα αυτά επειδή είπα το αυτονόητο: πως η σιωπή σε ένα έγκλημα είναι συνενοχή. Τώρα, λοιπόν, για να κατέβω από το θρόνο του Ιεροεξεταστή, θα χρησιμοποιήσω ένα προσωπικό παράδειγμα: Ποιο λίπος με σκέπασε τόσο στα χρόνια 1994-1995 ώστε να υπηρετήσω ως δολοφόνος έναν φονικό στρατό, να ανεχτώ να κρατάω όπλα και να εκπαιδεύομαι σ’ αυτά, να βλέπω δεκάδες συστρατιώτες μου να εξεφτελίζονται σε κάθε λογής κτηνώδεις δοκιμασίες κι εγώ να συμμετέχω αδιαμαρτύρητα, να κάνω παρελάσεις σε πολιτείες ανθρώπων χουγιάζοντάς τους με τελετουργία φόνου και τρόμου και σκλαβιάς; Γιατί χρειάστηκα εννιά μετρημένα χρόνια για να καταγγείλω και να εναντιωθώ (εκ του ασφαλούς) στην κτηνωδία του στρατού που υπηρέτησα – και συνακόλουθα κάθε στρατού; Έπρεπε να φτάσω τριάντα τεσσάρων χρόνων για να καταλάβω πως ήμουν συνένοχος και συναυτουργός σε μιαν από τις μεγαλύτερες κτηνωδίες του κόσμου μας;



Από ανθρώπους που τους θεωρώ πολύ κοντινούς μου, πολλαπλά οικείους μου, προέρχεται και το δεύτερο παράδειγμά μου για το πώς σταδιοποιείται η σιωπή: στο εξαιρετικό κείμενό τους της 7.5.2010 «Για τους νεκρούς της Μαρφίν» (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/05/marfin.html – κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο κείμενο που γράφτηκε για τούτη τη δολοφονία) οι Θ. Πολλάτος, Π. Σιαβελής, Κ. Μπακόπουλος και Γ. Κορομηλάς γράφουν: «[…] Όλο αυτό ήταν το χρονικό μερικών προαναγγελθέντων θανάτων, η συνέχεια του Δεκέμβρη του 2008, όπου μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Opel, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στην Αλεξάνδρας, είχε πυρποληθεί και οι ένοικοι της πολυκατοικίας φώναζαν έντρομοι από τα μπαλκόνια να κάνει κάποιος κάτι. Κανένας δεν έκανε τίποτα όμως. Κανένας από όσους συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις δεν ανέλαβε το βάρος να διαχωρίσει τη θέση του με αυστηρότητα, όλοι πορευόμαστε μαζί με αυτούς τους μικρούς ναζί γιατί θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο, πως είναι “παραστρατημένοι σύντροφοι”, πως δεν πρέπει “να κάνουμε δήλωση νομιμοφροσύνης στο κράτος”, πως “το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης”, πως οι ρίζες του Κακού βρίσκονται αλλού, πως “φταίει ο Βγενόπουλος που δεν είχε βάλει ρολά” και άλλες μπούρδες που κρύβουν κάτω από το χαλί τις δικές μας ευθύνες […]».



Διαβάζω ξανά και ξανά το περιγραφόμενο γεγονός της πυρπόλησης της αντιπροσωπείας της Opel και μετρώ τους μήνες: αλίμονο, το γεγονός που οι τέσσερις συντάκτες του κειμένου περιγράφουν έγινε τον Δεκέμβριο του 2008 και η καταγγελία τους γίνεται τον Μάιο του 2010. Ποιο λίπος επαναστατικού και εξεγερσιακού φαντασιακού έκανε αυτούς τους ανθρώπους να σιωπήσουν επί ενάμιση χρόνο για μια κτηνώδη απόπειρα δολοφονίας που είδαν με τα μάτια τους, για ένα ευθύ έγκλημα κατά της ζωής; Ως μέλη μιας ενεργού συλλογικότητας είχαν στη διάθεσή τους έντυπο και ηλεκτρονικό βήμα για να διαμαρτυρηθούν· γιατί παρέδωσαν τον εαυτό τους στη μούγγα; – ποια πολιτική ηθική θεώρησαν πως αυτή υπηρετεί; Έπρεπε να υπάρξουν και οι πραγματικοί νεκροί της Μαρφίν για να αποφασίσουν πως οι μολότοφ φτιάχνονται για να τρομοκρατήσουν ανθρώπινες ψυχές και να σκοτώσουν ανθρώπινα σώματα και πως όσοι τις φτιάχνουν και όσοι τις πετάνε είναι πρώτα από όλα νεοναζί φονιάδες;



Κι αν οι τέσσερις βρήκαν (προς τιμήν τους) κάποτε το θάρρος να μιλήσουν, έστω και ενάμιση χρόνο μετά, υπάρχουν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι που τον Δεκέμβρη του 2008 είδαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (γιατί όλοι το είδαν) διάφορους δολοφόνους να πυρπολούν πολυκατοικίες αδιαφορώντας αν θα οδηγήσουν στον θάνατο δεκάδες συνανθρώπους τους… Η συντριπτική πλειοψηφία όλων αυτών, ακόμη και τώρα, θάβουν το γεγονός μέσα τους, καμώνονται πως δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν πρόσεξαν, μιλούν για «μπάχαλα» (για να υποβαθμίσουν τις κτηνώδεις επαναληπτικές απόπειρες φόνου), εντέλει εγκαταλείπουν τους εαυτούς τους σε μιαν αποκρουστική συνενοχή. Αξίζει κανείς να σκεφτεί το γιατί όλοι αυτοί, οι τάχα «αυτόνομοι», προσχωρούν έτσι, ως συντεταγμένο κοπάδι, στην κτηνωδία. Διότι στον ανορθολογικό στρατοπεδικό κόσμο τους «ένας είναι ο εχθρός», διότι το αίμα των «εχθρών» είναι φύρα και λεκές σε αντίθεση με το αίμα των «δικών» που είναι ιερή κηλίδα, διότι εντέλει είδαν στον Δεκέμβριο του 2008 τη φαντασιακά πολυπόθητη «εξέγερση», την τόσο απαραίτητη για να εξακολουθήσουν να μηρυκάζουν τα φτηνά τσιτάτα του Γκι Ντεμπόρ ή (εσχάτως) του Σλαβόι Ζίζεκ και διαφόρων άλλων που συνθηματοποιούν τη σαχλαμάρα. Μα κάποτε το καρναβάλι τελειώνει και τα πτώματα μυρίζουν· κι οι εξυπνάδες που μάθαμε να λέμε δεν αρκούν για να κρύψουν τη θλιβερή αλήθεια: πως, αλίμονο, συνηθίσαμε τη μυρωδιά των πτωμάτων – την ονομάσαμε Ιστορία και την εντάξαμε στον Κανόνα μας…



Έτσι, η μεγάλη πλειοψηφία των (αυτοχαρακτηριζόμενων) «αντιεξουσιαστών» σιώπησαν για το φόνο του 15χρονου Χαμί Νατζάφι και ξανασιώπησαν για τους νεκρούς της Μαρφίν· και στον επόμενο πολιτικό φόνο θα ψάξουν να δούνε σε ποιο «στρατόπεδο» ανήκε ο φονιάς, για να πράξουν ανάλογα ή για να σιωπήσουν ακόμη αναλογικότερα. Άραγε αναρωτήθηκαν ποιαν ηθική υπηρετούν με τη σιωπή τους, ποιαν «αντιεξουσία», ποιον «αναρχισμό» και ποιαν ανθρωπιά; Καταλαβαίνουν πως η εξακολουθητική μούγγα τους δεν βαραίνει στη μεριά των αθώων θυμάτων (του νεκρού Αλέξη Γρηγορόπουλου για τον οποίο τάχα διαδήλωναν κάποτε) αλλά στη μεριά των ενόχων θυτών; Ποιον «καλύτερο» και «δικαιότερο» και «ανθρωπινότερο» κόσμο ευαγγελίζονται, όταν δίπλα τους δολοφόνοι καίνε ή προσπαθούν να κάψουν ανθρώπους και αυτοί τούς ανέχονται και σιωπούν;





8. Λογαριάζω τη χοάνη της αντισυστημικής σκέψης ως έναν εξαιρετικά ζωτικό άξονα του δυτικού πολιτισμού και των δυτικών δημοκρατιών – εξάλλου, από τότε που άρχισα να γράφω πολιτικά κείμενα, σε τούτη την οπτική προσβλέπω (με τα όποια σωστά και με τα όποια λάθη μου). Και είναι αυτονόητο το ότι έχουμε να υπερασπιστούμε την ύπαρξη της σκέψης αυτής ως κόρην οφθαλμού: μας προσφέρει τη διαχρονική, συνεχή, πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κριτική για τις κτηνωδίες της κυρίαρχης ιδεολογίας και της κατεστημένης πολιτικής οντότητας – και σε φιλοσοφικό επίπεδο τον ριζικό σκεπτικισμό συνδυασμένο με το αίτημα για αναθεώρηση όλων των αξιών. Δίχως αυτή την κριτική και δίχως ετούτο το διαχρονικό αίτημα, ο ορίζοντας προσδοκίας μας για το πολιτικό διακύβευμα του μέλλοντος θα είναι κολοβός – και η δημοκρατία (ό,τι λογαριάζουμε και ό,τι περιμένουμε ως δημοκρατία) θα αποκαλυφτεί ως μια εξαρχής ταριχευμένη μούμια – έτοιμη για τα μουσεία του μέλλοντος.



Συνακόλουθα, θα ήταν πέρα για πέρα λανθασμένο να εκλάβει κανείς ετούτο το κείμενο και τη σκληρότατη κριτική που εδώ και χρόνια κάνω στην πολιτική βία ως επίθεση στην αντισυστημική σκέψη. Ας μου συγχωρεθεί η ενδεχόμενη έπαρση, μα θεωρώ το κείμενο αυτό (και τα υπόλοιπα αντίστοιχα κείμενά μου) μιαν απελπισμένη υπεράσπιση τούτης της σκέψης (έτσι όπως την όρισε ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν: μιαν οπτική που προσβλέπει σε μεταρρύθμιση των συστημικών δομών εξουσίας και όχι στην αντικατάστασή τους με καινούργιες πανομοιότυπες «επαναστατικές» και συνήθως αφόρητα συστημικές δομές). Ως εκ τούτου, όλη αυτή η συνολική άρνηση της πολιτικής βίας από μέρους μου (με κείμενα και βιβλία μιας πενταετίας) δεν είναι επίθεση στην αντισυστημική σκέψη αλλά υπεράσπισή της. Γιατί βέβαια δεν είναι αντισυστημική σκέψη το να ομνύεις στη βία, να τρομοκρατείς, να προσδοκάς μιαν «επανάσταση» που θα σε κάνει εξουσία στη θέση της εξουσίας: είναι μια βαθιά συστημική επιβεβαίωση. Είναι μια ήττα του ίδιου μας του εαυτού – η μεγάλη μας ήττα.



Πολλές (πάρα πολλές) φορές οι άνθρωποι συνηθίζουν να ντύνουν τις πράξεις τους με ωραίες λέξεις: οι φλόγες της Ιεράς Εξέτασης έκαιγαν ανθρώπους στο όνομα της «αγάπης», τα εγκλήματα του ναζισμού, του φασισμού και του κομμουνισμού γίνονταν στο όνομα του «μέλλοντος» και του «νέου ανθρώπου»… Μπορεί κάποιος να πάρει στο χέρι του ένα πιστόλι ή μια μολότοφ ή ένα λοστάρι και να δηλώνει πως είναι «αναρχικός» και «αντιεξουσιαστής», να πει πως σκοτώνει, καίει, σπάζει στο όνομα της «ζωής»· μα το ότι ο κάθε δήθεν «αντιεξουσιαστής» μπορεί να λέει ό,τι θέλει δεν σημαίνει φυσικά πως αυτό που λέει έχει την οποιαδήποτε επαφή με την πραγματικότητα. Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: τον Δεκέμβριο του 2008 ένα εύηχο σύνθημα χρησιμοποιήθηκε ευρέως προς όσους διαμαρτυρήθηκαν για τα τάγματα εφόδου που κατέστρεφαν, έκαιγαν και πυρπολούσαν – ένα σύνθημα που, ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε ως ακρότατο όριο του ελληνικού πολιτικού ανορθολογισμού: «Εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές…» Πράγματι τα λόγια είναι όμορφα – μα πόση ορθολογική σύνδεση έχουν με την πραγματικότητα; Ποια αιτιακή σχέση υπήρχε ανάμεσα στην τυφλή βία των ταγμάτων εφόδου που παρήλαυναν αυτοδικαιωμένα ως στρατός σε κατακτημένη πόλη και στις «ζωές» για τις οποίες τάχα μιλούσαν; Και για να γίνω σαφέστερος: ποιες «ζωές» υπερασπιζόταν κάποιος που έκαιγε, έσπαζε, πετούσε μολότοφ, κυκλοφορούσε με λοστάρια και τρομοκρατούσε τους συνανθρώπους του; Μήπως θα γυρνούσε πίσω ο δολοφονημένος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αν έσπαγαν 1.000 ή 10.000 βιτρίνες και άλλοι τόσοι σηματοδότες; Ποιαν «ζωή» υπερασπίστηκαν οι φονιάδες που έκαψαν την αντιπροσωπεία της Opel για την οποία έγινε λόγος παραπάνω; Πόσος παραλογισμός μπορεί να χωρέσει σε οχτώ ωραίες λέξεις – και πόσος εξαγγελμένος θάνατος σέρνεται πίσω από τον συνειδητό ανορθολογισμό… Τη ζωή την υπερασπίζεται κανείς με το να αντιστέκεται στη βία και όχι με το να ομνύει σε αυτήν, να γίνεται τελετουργός της και δούλος της, να ενισχύει με όλη του την ψυχή την απέναντι βία και καταστολή… Και αυτοί που έσπειραν τη νεοναζιστική βία του Δεκεμβρίου του 2008 (προσοχή: δεν μιλάω γι’ αυτούς που απολύτως θεμιτά διαδήλωσαν, μιλάω γι’ αυτούς που έδωσαν στον εαυτό τους το δικαίωμα της πολιτικής βίας) μιλούσαν μεν ρητορικά για «ζωή», μα στην ουσία υπόσχονταν τον θάνατο και τον τρόμο του θανάτου, τον έσπερναν με κάθε πράξη τους… Και, ενάμιση χρόνο μετά, ήδη θέρισαν ανυπολόγιστο τρόμο, κρατική καταστολή, ακύρωση πολιτικών ελευθεριών, εκλογική άνοδο του νεοφασισμού και πέντε θανάτους – έξι, αν υπολογίσει κανείς και το αγέννητο μωρό της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου…



Υπάρχει μια ακόμη συνήθεια (κάτι μεταξύ πρακτικής και ακαριαίου, περίπου θρησκευτικού, αντανακλαστικού) του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού» χώρου. Όταν κάποιος τούς κάνει κριτική για τη σταδιακή προσχώρηση στη βία και υποστηρίζει πως αυτή η προσχώρηση τούς κάνει φασίστες, αυτοί αντιδρούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο: βαφτίζουν αυτόν που ασκεί την κριτική, όποιος κι αν είναι αυτός, «υπηρέτη της εξουσίας», «πράκτορα του κράτους», «παπαγαλάκι της ασφάλειας», «τσιράκι του φιλελευθερισμού», «καθεστωτικό διανοούμενο στην υπηρεσία του συστήματος». Για παράδειγμα, όσοι βρήκαν το θάρρος να εναντιωθούν στην εκτεταμένη χρήση φασιστικής πολιτικής βίας τον Δεκέμβριο του 2008 χαρακτηρίστηκαν συλλήβδην ως «καθεστωτικοί διανοούμενοι» οι οποίοι περίπου «επιστρατεύτηκαν» για να στηρίξουν «το σύστημα». Και πάλι βλέπουμε πως το φαντασιακό λίπος πνίγει κάθε ορθολογισμό και ανταμώνεται με το ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί… Ανάμεσα σε όλες τις σχετικές τοποθετήσεις αντίθεσης στη βία του Δεκεμβρίου του 2008 υπήρχαν όντως προσεγγίσεις τυφλής επαναφοράς στην «τάξη» (δηλαδή πρόταση για φασιστική καταστολή στη φασιστική βία) – μα υπήρξαν και εξαιρετικές τοποθετήσεις καταδίκης του γενεσιουργού πυρήνα κάθε βίας… Από πότε όποιος αντιτίθεται στα τάγματα εφόδου του Δεκεμβρίου του 2008 είναι «καθεστωτικός υπερασπιστής του Κορκονέα» – και γιατί αυτός που ομνύει σε αυτά είναι «αντικαθεστωτικός»; Κι αν κάποιος διαμαρτυρόταν τότε για τη δολοφονική πυρπόληση της πολυκατοικίας της Opel στην Αλεξάνδρας, θα ήταν «καθεστωτικός διανοούμενος»; Κι όλοι αυτοί που άπλωσαν την υπέροχη επαναστατική μούγγα ήταν «αντικαθεστωτικοί»; – γιατί εγώ (και όχι μόνον εγώ) πιστεύω ακριβώς το αντίθετο…



Προσωπικά μού αρέσει πολύ η οξεία κριτική – μα όποιος την κάνει, καλά θα κάνει να περιμένει αντίλογο… Σε διάφορα δήθεν «αντιεξουσιαστικά» (μα επαναλαμβάνω: βαθύτατα φασιστικά και εξουσιαστικά) φόρουμ του Διαδικτύου (όπου συνηθίζεται το εν χορώ ανώνυμο βρίσιμο) ρωτούνε με το ήθος της ανωνυμογραφίας που τους χαρακτηρίζει: «Γιατί ο πρακτοράκος» (εγώ είμαι αυτός) «δεν μιλά για τη βία του κράτους και της αστυνομίας;» Αλίμονο, δεν φταίω εγώ που εκείνοι είναι λειτουργικά αναλφάβητοι: σε 7 βιβλία μου και σε περισσότερα από 70 άρθρα και δοκίμιά μου καταγγέλλω σε όλους τους τόνους την κρατική βία σε όλες της τις εκφάνσεις· εξάλλου, για να αντιπαρατεθώ θεσμικά σε αυτήν τη βία έγινα και αντιρρησίας συνείδησης – κι επιπλέον, τον καιρό που υπήρξα εθελοντής ακτιβιστής στους τσιγγάνικους μαχαλάδες, έχω κάνει περισσότερες από 30 μηνυτήριες αναφορές σε κρατικούς λειτουργούς. Και όλην αυτή την κρατική βία την καταγγέλλω με το όνομά μου και το επίθετό μου και όχι ως κρυπτόμενος θρασύδειλος – και αποδέχτηκα να χάσω τη δουλειά μου, να αποκλειστώ, να λοιδορηθώ, να βρεθώ κατηγορούμενος στα δικαστήρια και (ελπίζω) και στα στρατοδικεία Οι ανώνυμοι που παριστάνουν τους «επαναστάτες», τι έχουν κάνει στη ζωή τους με το όνομα και το επίθετό τους; – έχουν έστω διανοηθεί το ένα εκατοστό από όλα αυτά; Ή μήπως έχουν τάξει τη ζωή τους κατ’ αποκλειστικότητα στο να ενισχύουν ανωνύμως και ευθέως την κρατική/αστυνομική βία την οποία τάχα πολεμούν; Γιατί πράκτορες και πιστοί υπηρέτες της κρατικής βίας είναι τα δήθεν «αντιεξουσιαστικά» Τάγματα Εφόδου, οι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί που υποδύονται τους «αντιεξουσιαστές» και σκοτώνουν ανθρώπους, βάζουν βόμβες, πετούν μολότοφ και πέτρες, δέρνουν, τρομοκρατούν, τραμπουκίζουν. Αυτοί τροφοδοτούν την κρατική καταστολή και αυθαιρεσία, τζογάρουν την ύπαρξή της στο μίσος, πρακτορεύουν την κοινωνία εν τρόμω και ωθούν τους τρομαγμένους ανθρώπους στο φασισμό της καταστολής.



(Κι εδώ έχω ανάγκη από μια παρένθεση: φυσικά και δεν θεωρώ τον εαυτό μου αγωνιστή – ένας δειλός άνθρωπος είμαι… Αγωνιστές του δικού μου κόσμου είναι οι αντιρρησίες συνείδησης που πήγαν στη φυλακή για να υπερασπιστούν την ανθρώπινη τιμή όλων μας, οι εθελοντές γιατροί που διακινδυνεύουν τη ζωή τους στις εμπόλεμες ζώνες και τις εσχατιές του κόσμου, οι συνεπείς ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικολογίας… Αλλά, έστω και εκ του ασφαλούς, αφότου βγήκα από τη μέγγενη του στρατού εναντιώνομαι στην κρατική βία και αυθαιρεσία επί δεκαπέντε χρόνια με το όνομα και το επίθετό μου: και αυτά που έχω κάνει και αυτά που έχω γράψει είναι δράσεις συγκεκριμένες, καταμετρήσιμες και σαφείς. Αντίθετα, οι ανώνυμοι δήθεν «αντιεξουσιαστές» που είτε βάζουν βόμβες είτε κυκλοφορούν ως τάγματα εφόδου με τα λοστάρια και τις κουκούλες είναι τυφλοί υπηρέτες της κρατικής καταστολής, φτηνοί δούλοι της… Η κρατική βία και καταστολή τούς έχει τόσην ανάγκη, ώστε αν δεν υπήρχαν θα τους είχε εφεύρει…)





9. Μια από τις οριακές αξίες του δυτικού κόσμου είναι το ότι εμπεριέχει μέσα του και τις μορφές της άρνησής του. Αυτή την αξία έχουμε να την υπερασπιστούμε πάση θυσία. Ο καθένας μπορεί να ονειρεύεται φυλετικά, εθνικά ή επαναστατικά ποτάμια αίματος – γιατί ο καθένας έχει το δικαίωμα να μισεί με την ίδια ένταση που θα θέλαμε να αγαπάμε· έχει το δικαίωμα να είναι φασίστας με το ίδιο πάθος που ερωτεύεται. Είναι χρέος μας να ακούγεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα ο λόγος τού καθενός που μας εχθρεύεται (με τον ίδιο τρόπο που είναι χρέος μας να ακούγεται ο λόγος των νοσταλγών του Χίτλερ…). Ωστόσο, όσοι πιστεύουμε πως η ανθρωπιά και η βία είναι έννοιες αντιθετικές, ενδεχομένως να έχουμε να γυρέψουμε κι ένα δεύτερο, παράλληλο νήμα: να μιλήσουμε για την ανθρώπινη αξία πέρα από τις ιδέες που υπηρετούμε, για τα τρεμάμενα ανθρώπινα σώματα που απειλούνται, να πάρουμε θέση ενάντια στη βία, να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο και να προτείνουμε μιαν άλλη λογική: ο ανθρώπινος αγώνας είναι εξαρχής πνευματικός… Εξάλλου ο αγώνας ανάμεσα στην εξουσία και την ανθρωπιά ουσιαστικά μετασχηματίζεται σε αγώνα ανάμεσα στη βία (που είναι προϋπόθεση για κάθε εξουσία) και τη ζωή (που είναι προϋπόθεση για κάθε ανθρωπιά).



Κι όχι αυταπάτες προπαντός. Η βία έρχεται – αυτοδικαιώνεται και παρελαύνει… Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως στον κόσμο των όλο και πιο διακριτών ανισοτήτων ετούτη η βία θα πολλαπλασιαστεί: θα είναι φτώχεια και πείνα, θα είναι οικολογική καταστροφή που θα βρίσκει πρόφαση στη φτώχεια και την πείνα, θα είναι κοινωνική ανισότητα, θα είναι εθνικισμοί και εθνικά κράτη που θα σέρνονται σε πολέμους για να κουκουλώσουν την κοινωνική ανισότητα, θα είναι ανεξέλεγκτος θρησκευτικός φονταμενταλισμός και μισαλλοδοξία που θα υπηρετούν κάθε ισορροπία του τρόμου, θα είναι κάθε λογής ρατσισμός μπολιασμένος με νεοευγονικές βιογενετικές απολήξεις, θα είναι κρατική/αστυνομική βία ζευγαρωμένη με μητροπολιτική βία, πολιτική τρομοκρατία, χουλιγκανισμός, ταξική βία, επαναστατική βία, τυφλό μίσος. Τούτη η βία θα ανατροφοδοτείται με ανεξέλεγκτη ροή γεγονότων, με πολλαπλούς ομφάλιους λώρους, με ακαταλόγιστη Ιστορία, με εξαχρειωμένη ευκολία, με θεριεμένη αυτοκατάφαση… Σε καμία περίπτωση δεν είμαι φιλόσοφος (και δεν θέλω να είμαι) – ωστόσο νομίζω πως η σχέση μας με την πολιτική βία είναι το ένα από τα δύο κρισιμότερα πολιτικά διακυβεύματα του καιρού μας (το δεύτερο –που προφανώς συνδέεται με το πρώτο– νομίζω πως είναι η σχέση μας με αυτό που τρώμε, το ότι σκοτώνουμε για να φάμε – και το εάν έχουμε να γυρέψουμε μια αντιπρόταση σε τούτη τη δήθεν νομοτελειακή σχέση θανάτου).



Η απάντηση σε όλην αυτή την ποικιλώνυμη βία μπορεί να είναι μόνον η καθολική άρνησή της – και όχι η αποδοχή της διά μιας προσχηματικής αντι-βίας που θα είναι η δικαίωση της πρωτεύουσας βίας και η διαρκής ανατροφοδοσία της. Μονάχα μέσα από τούτη την άρνηση μπορεί να προκύψει η αλληλεγγύη, η δημοκρατική εγρήγορση, ο αγώνας για δημοκρατικότερους νόμους, για τα ανθρώπινα δικαιώματα των απελπισμένων, για τη δεύτερη ευκαιρία τού καθενός πάνω στη γη. Η πολιτική ανυπακοή, η αντίρρηση συνείδησης, η ελευθερία του λόγου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αγωνία μιας οικολογικής στάσης απέναντι στο περιβάλλον, η αναγνώριση της έννοιας του δικαιώματος στα ζώα είναι μερικές πτυχές του πολύπλευρου πεδίου ενός αγώνα για δημοκρατία και για ζωή. Και στη δύσκολη αυτή υπόθεση δεν περισσεύει κανένας από την κάθε ημέρα μας: ο αιμοδότης που ξεπερνά τη βαρεμάρα του και το δισταγμό του για να δώσει αίμα, ο χορτοφάγος που προσπαθεί να εμβαθύνει σε μιαν ευαισθησία ζωής επιλέγοντας να αρνηθεί να σκοτώνει για να φάει, ο εθελοντής γιατρός που αφήνει την ασφάλεια της Δύσης για να κάνει ιατρείο στην Καμπότζη ή στο Νταρφούρ, ο ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που βρίσκεται στον όλεθρο της Γάζας, το μέλος τής μη κυβερνητικής οργάνωσης που πιέζει για τον έλεγχο της θαλάσσιας αλιείας στη Βόρεια Θάλασσα, ο πολιτικός ακτιβιστής που ζητάει δικαιότερη ρύθμιση των χρεών του Τρίτου Κόσμου, ο αντιρρησίας συνείδησης που διεκδικεί σε φυλακές και στρατοδικεία τη συνείδηση του καιρού του, όλοι αυτοί συνδέονται με ένα αόρατο μα ευθύ νήμα με τον Μαχάτμα Γκάντι και τη Σόφι Σολ, με τον Τζον Λένον και τη Ρέιτσελ Κόρι, με τους φοιτητές που στάθηκαν στην πύλη του Πολυτεχνείου το ξημέρωμα της 17ης Νοεμβρίου του 1973 και με τον Κινέζο φοιτητή που χόρεψε με το σώμα του τα τανκς του μεγαλύτερου στρατού του κόσμου στην Πλατεία Τιεν-Αν-Μεν εκείνον τον Ιούλιο του 1989. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διέθεσαν κάτι από τον εαυτό τους στον αγώνα ενάντια στη βία: οι πιο ηρωικοί την ίδια τη ζωή τους, οι πιο καθημερινοί ένα τέταρτο της ώρας – ας πούμε έναν ασκό αίμα, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι ζωής που μπορεί να σταθεί αρκετό για να σώσει μια ολόκληρη ζωή, που με τη σειρά της μπορεί να σώσει τον κόσμο ολόκληρο…





10. Ξεκίνησα αυτή την άτακτη περιδιάβαση σε σκέψεις και επιχειρήματα με ένα περιστατικό: τη συνάντηση του Γκάντι με τον ινδουιστή που μόλις είχε σκοτώσει τρία παιδιά μουσουλμάνων. Θα κλείσω με ένα ακόμη περιστατικό που συνέβη πριν δέκα χρόνια και στο κέντρο του βρέθηκε μια γυναίκα· εξάλλου η γυναικεία φύση είναι από μόνη της μια προφανής ζωτική αντίπραξη στη βία: μέσα από το σώμα των γυναικών συνεχίζει η ζωή.



Διάβασα την ιστορία της Δομινικανής Φαουστίνας Μερσέντες στις εφημερίδες, τον Ιανουάριο του 2001 – έναν καιρό που ψάρευα παντού γύρω μου «υλικό για ποιήματα». Είναι μια είδηση περίπου καθημερινή, μια απλή ιστορία· τόσο απλή, που σκέφτηκα πως δεν είναι ποίημα, πως δεν μπορεί να γίνει ποίημα.



Ήταν δεκαεφτά πεινασμένοι σε μια σχεδία – είχανε ξεκινήσει από τον Άγιο Δομίνικο για το Πόρτο Ρίκο. Ήταν μετανάστες. Ανάμεσά τους κι αυτή· τριανταενός χρονών, είχε αφήσει την ενός έτους κόρη της πίσω κι είχε ανεβεί για να βρει δουλειά, να περάσει στη Φλόριντα – να σωθεί. Ανάποδοι άνεμοι εβγάλαν τη σχεδία στον Ατλαντικό· τροφή και νερό σώθηκαν από την τρίτη ημέρα. Τότε έγινε: η Φαουστίνα κατέβασε γάλα. Για δώδεκα μέρες θήλασε με το γάλα της τους δεκάξι απόκληρους της σχεδίας. Κι έπειτα η αδελφή της θήλαζε λίγες ακόμη σταγόνες και της τις έφτυνε στο στόμα για να κρατηθεί κι ίδια στη ζωή. Μετά από δώδεκα μέρες ξεβράστηκαν στη στεριά ζωντανοί. Για δώδεκα μέρες έπιναν το μητρικό γάλα – και έζησαν από αυτό. Μια γυναίκα μπορεί να γίνει ανθρωπότητα.



Τι απέγινε η Φαουστίνα Μερσέντες: πιθανώς σήμερα να κατέληξε εργάτρια στο Μαϊάμι ή να έμεινε στον Δομίνικο να πλέκει καλάθια για τους τουρίστες. Μπορεί να την ξέκανε μια φυματίωση ή μια μαλάρια – ή μια φιλάνθρωπη αμερικάνικη εταιρεία σκυλοτροφών ή φούρνων μικροκυμάτων να της έδωσε δουλειά και μισθό για να συνεχίσει τη ζωή της. Άραγε τι κάνει η κόρη της; – είναι καλά, ζούνε μαζί, έκανε άλλα παιδιά; Δεν θα μάθω ποτέ τη μορφή της – στην εφημερίδα δεν είχε φωτογραφία της. Μα σκέφτομαι πως μπορώ να τη φανταστώ. Κι ακόμη περισσότερο: μπορώ να πιστέψω σε αυτήν, μπορώ να πιστέψω στο σώμα της, μπορώ να πιστέψω στο γάλα της. Ένα τρεμάμενο σώμα είναι γεμάτο με πιθανότητες. Ένα σώμα κατεβάζει γάλα. Ένα σώμα κουβαλάει την πιθανότητα όλης της ανθρωπότητας.



Οι άνθρωποι δεν διαλέγουμε τη ζωή μας – διαλέγουμε ωστόσο την ελπίδα μας, την προσδοκία μας από το μέλλον, την πιθανότητά μας, πάντοτε ο καθένας για τον εαυτό του. Παρόμοια κι εγώ: μιλώντας για τον εαυτό μου μπορώ να πω πως πια δεν πιστεύω σε κανέναν Θεό, σε κανέναν Λαό και σε κανέναν μεγαλοφονιά, σε καμιά θρησκεία φονιάδων, σε κανένα έθνος φονιάδων και σε καμιά επανάσταση φονιάδων, σε κανέναν φονικό -ισμό και σε καμία φονική σημαία. Πιστεύω στην πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες.



* * *



Γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής που μπορεί να πάει μακρύτερα από τη βία, για την ανθρώπινη πιθανότητα μιας αντιπρότασης στο φόνο και τον τρόμο δίχως τα Τιεν-αν-μεν-αλλά κάποιου φαντασιακού παραπετάσματος, εντέλει για εκείνα τα ορφανά παιδιά ενός μακρινού μα και τόσο κοντινού καιρού που, κόντρα σε κάθε ιστορία, έχουμε να μεγαλώσουμε σα δικά μας, νομίζω πως αξίζει να μιλούμε, να επιμένουμε, να προσπαθούμε να ψηλαφήσουμε (αυτή είναι η σωστή λέξη: να ψηλαφήσουμε) ένα βιωματικό πολιτικό νόημα μη βίας σε έναν ακατανόητο κόσμο αδιάκοπης βίας… Δεν γυρεύω κανένα πρόταγμα, δεν ονειρεύομαι κανενός είδους πολιτικό ή άλλο μανιφέστο: εδώ και χρόνια αποστρέφομαι τα κάθε λογής ιερά βιβλία και τις αναγγελίες τους. Μα σκέφτομαι πως οι άνθρωποι μπορούμε να συναντηθούμε με τις διαφορετικές (ή και τις παράλληλες) διαδρομές μας, πάντοτε ο καθένας από μόνος του, με αποκλειστικά δική του συνειδητή απόφαση (κατά δαίμονα εαυτού). Σε τούτη τη συνάντηση (εντέλει: συνάντηση των βλεμμάτων) ίσως μπορεί να μας ενώσει και κάτι άλλο πέρα από το φόβο: η υποψία (ή και η αγωνία) της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης (της αγάπης;), μια υποψία που, με τη σειρά της, ίσως να μπορεί να σταθεί απέναντι στην κτηνωδία της βίας (την ολόδική μας κτηνωδία), την προελαύνουσα και αυτιστικά αυτοδικαιωμένη, τη διαρκώς αναπαράγουσα τον εαυτό της ως στρατηγική τρόμου και ως διανοητικό στρατόπεδο υποταγής.



Πολλοί –οι περισσότεροι– θα χλευάσουν, θα ειρωνευτούν, θα πούνε πως οι υποψίες είναι αστικές παλινωδίες, θα ξαναμιλήσουν για «πέμπτες φάλαγγες» και για «δεκανίκια του συστήματος»… Αναμενόμενο και θεμιτό. Μα αν εκείνη η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες αφορά έστω κι έναν αναγνώστη, ίσως τούτες οι γραμμές να μην είναι ανώφελες.





Θ. Τ. – Καλοκαίρι 2010







[Βιβλία του Θ. Τ. ενάντια στην πολιτική βία: Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα (http://www.triaridis.gr/soma/, 2006) * H αληθινή ιστορία της Αΐντας και του Ρανταμές, μια αφήγηση (http://www.triaridis.gr/aida/, 2005) * Τα μελένια λεμόνια – η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων (http://www.triaridis.gr/melenia/, 2005, 2007) * Ich bebe – Όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα (http://www.triaridis.gr/ichbebe/, 2007) * Το κόψε-κόψε ή όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται (http://www.triaridis.gr/kopse/, 2008, 2009). Ειδικότερα, κείμενα ενάντια στην «επανάσταση» και την «επαναστατική» βία: Το δικαίωμα του να είσαι φασίστας (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD031.htm, 2005), Εκείνο το λουλούδι που μαραίνεται (http://www.triaridis.gr/keimena/keimC004.htm, 2004), Μικρή σημείωση για το σώμα που πέφτει (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD041.htm, 2005), Ανθρωποδιορθωτισμός: η ντούμπα με τα πτώματα ως προϋπόθεση της αγάπης (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD058.htm, 2007), Αυτοί που βούλιαξαν, εμείς που βουλιάζουμε (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD061.htm, 2009), Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm, 2010), Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν; (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm, 2010). Επίσης τα κεφάλαια 11 (Εμπρός της γης οι κολασμένοι) και 12 (Ιnno della Rivolta) από το βιβλίο Το κόψε-κόψε ή όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται (http://www.triaridis.gr/kopse/, 2008, 2009.]

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Χρήμα και μοναξιά

(Μια μεγάλη πατέντα για την αντιμετώπιση της απομονωτικής ιδιότητας του χρήματος)

Μπορεί να μην είναι άμεσα αντιληπτή από όλους η ιδιότητα του χρήματος να απομονώνει τους ανθρώπους, διασπώντας τις σχέσεις τους, χωρίζοντάς τους με τις ταξικές διαφορές και θωρακίζοντας τον καθένα πίσω απ’ την όποια ισχύ και δυνατότητα του πορτοφολιού του. Τα έχουν πει πολλοί αυτά και αναλυτικά και κατανοητά πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα εγώ να κάνω εδώ. Γι αυτό, παίρνοντας ως κεκτημένο αυτήν την γνώση, θα σας δώσω εδώ μία καταπληκτική ιδέα, κλεμμένη δυστυχώς αλλά δοκιμασμένης αποτελεσματικότητας στην αντιμετώπιση της απομονωτικής ιδιότητας του χρήματος, αλλά και ισάξιας σημασίας ως αντίδοτου στην μοναξιά όσο ο Έρωτας ενάντια στον Θάνατο.
Καταλαβαίνω την αγωνία σας και φαντάζομαι πως είναι ανάλογη με την αγωνία των μελλοθάνατων που συνωστίζονταν στην πηγή του Καματερού για δύο γουλιές …αθανασίας. Καταλαβαίνω πόσο μοναχικοί νοιώθετε εξ’ αιτίας του χρήματος που κρατάτε στις τσέπες σας. Όχι, δεν θα σας συμβουλέψω να απαλλαγείτε απ’ αυτά. Αντίθετα μάλιστα, θα τα επαυξήσετε. Σε εποχές μάλιστα μίζερες όπως στις μέρες μας, πολύ θα εκτιμήσετε την ιδέα που θα σας αποκαλύψω στην συνέχεια.
Αγωνιάτε ε? Εγώ όμως καθόλου. Όχι γιατί δεν έχω λεφτά όπως εσείς (πάμπλουτος είμαι) κι όμως δεν νοιώθω καθόλου μα καθόλου μοναξιά. Θα μου πείτε, πως γίνεται να έχω λεφτά χωρίς να νοιώθω μοναξιά? Αυτή ακριβώς είναι η μαγκιά και η μεγάλη αξία της ακόμη μεγαλύτερης ιδέας, η ανακάλυψη της οποίας μπορεί να συγκριθεί μόνον με την σπουδαία ανακάλυψη του…καλού κρασιού!!! Πέρα όμως απ’ αυτό το καταπληκτικό αποτέλεσμα (δηλαδή την εξαφάνιση του βασανιστικού συναισθήματος της μοναξιάς) η πετυχημένη εφαρμογή στην πράξη της εκπληκτικής ιδέας που θα σας δώσω, έχει ένα δεύτερο αλλά εξ’ ίσου σημαντικό αποτέλεσμα: Αυξάνει την ανταλλακτική αξία των χρημάτων σας. Ένα κοινό κατοστάρικο πχ μπορεί με την εφαρμογή αυτή να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη αξία και να ανταλλαχθεί με δύο ή και περισσότερα κατοστάρικα, εφ’ όσον φυσικά το επεξεργαστούμε κατάλληλα και το εμπλουτίσουμε με την ιδέα μας. Εγώ μάλιστα, βλέποντας την τεράστια επιτυχία με την εφαρμογή αυτής της ιδέας, σκέφτομαι να ανοίξω κατάστημα πώλησης…χρημάτων. Οι προοπτικές είναι τόσο θετικές που αν μια μέρα ακούσετε στην τηλεόραση κάποια διαφήμιση για τράπεζα Κατούνας να ξέρετε ότι δεν είναι του Κοσκωτά αλλά δική μου: «Τράπεζα της Κολλεκτίβας Μαγιάνθεμα. Πέρα από το 2000!!!». Δεν το πιστεύετε ε??? Ομολογώ και σας εκμυστηρεύομαι ότι την ιδέα την έκλεψα από τους Αμερικάνους, αλλά την βελτίωσα αρκετά, σύμφωνα πάντα με τις αρχές του σύγχρονου Οικολογικού, Εναλλακτικού και Επαναστατικού κινήματος.
Μήπως μπορείτε να φαντασθείτε γιατί ένα Αμερικάνικο δολάριο έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από ένα Ελληνικό κατοστάρικο? Αυτό αναρωτήθηκα κι εγώ πριν κάνω την μεγάλη κλεψιά (συγνώμη : ανακάλυψη ήθελα να πω). Παρατηρήστε λοιπόν πολύ καλά το χαρτονόμισμα ενός δολαρίου. Δεν θα αργήσετε πολύ να εντοπίσετε μία μικρή λεπτομέρεια. Στην ουσία μία σύντομη πρόταση–δήλωση η οποία είναι το μυστικό κλειδί της επιτυχίας και της μεγάλης αξίας αυτού του χαρτονομίσματος. Με τρείς μόνο λεξούλες οι παμπόνηροι Αμερικάνοι τραπεζίτες μας πληροφορούν ότι: «IN GOD WE TRUST» που σε ελεύθερη μετάφραση ερμηνεύεται ως: «ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ»!!!! Μάλιστα φίλοι μου. Οι Αμερικάνοι τραπεζίτες πιστεύουν στον Θεό!!!! Έτσι, μ’ αυτήν την απλή αλλά πολύ «δυνατή» δήλωση τυπωμένη πάνω στα χαρτονομίσματά τους, δίνουν στους υπόλοιπους άθεους (όπως εμείς) ένα χαρτονόμισμα και παίρνουν πολύ περισσότερα!!! Μαγκιά ε? Γι αυτό εμείς δεν πάμε καλά, γιατί νομίζουμε ότι οι Αμερικάνοι πιστεύουν στο χρήμα! Τώρα όμως ανακαλύψαμε ότι άλλο είναι το μυστικό. Και μη νομίσετε ότι ανακαλύψαμε πως οι Αμερικάνοι, παρόλα τα χρήματά τους, δεν νοιώθουν μοναξιά. Κάθε άλλο. Η ουσία της ανακάλυψης δεν είναι μόνο ότι το χαρτονόμισμά τους γράφει κάτι αλλά και ότι αυτό που γράφει έχει κάποια ιδιαίτερη δύναμη και αξία. Αυτό δηλαδή που γράφει πάνω του ένα χαρτονόμισμα πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα και να προκαλεί τον αναγνώστη σε δευτερογενείς σκέψεις, όπως προκάλεσε και σ’ εμένα πριν κάνω την μεγάλη ανακάλυψη. Γι αυτό φίλοι μου μην αφήνετε κανένα χαρτονόμισμά σας να φύγει απ’ τα χέρια σας χωρίς προηγουμένως να γράψετε πάνω του κάτι τις. Τι να γράψετε? Μα αυτό που πιστεύετε βαθιά κι αυτό που εσείς εννοείτε και το οποίο θέλετε και οι άλλοι να κατανοήσουν. Ακόμη δεν καταλάβατε? Δικαιολογημένα, αφού μία τόσο σπουδαία ανακάλυψη δεν θα μπορούσε να γίνει κατανοητή τόσο εύκολα. Σας κάνω λοιπόν την ιδέα ψιλοκομμένη μπας και καταλάβετε κι απαλλαγείτε τουλάχιστον απ’ την μοναξιά, αν δεν γίνετε και τραπεζίτες. Για πλήρη κατανόηση όμως χρειάζεται ταυτόχρονα να κάνετε και πρακτική εφαρμογή.
Λοιπό, βγάλτε πρώτα από το πορτοφόλι σας όσα χαρτονομίσματα έχετε. Αν δεν έχετε κανένα, να πάτε να βρείτε. Διαφορετικά δεν έχετε καμία ελπίδα να ανοίξετε τράπεζα αλλά τουλάχιστον δεν έχετε και την βασανιστική αίσθηση της μοναξιάς. Ότι πεντοχίλιαρο και χιλιάρικο έχετε στην τσέπη σας ανταλλάξτε το με ίσης αξίας κατοστάρικα. Διαλέξτε απ’ αυτά τα πιο καθαρά και τα υπόλοιπα ανταλλάξτε τα με ίσης αξίας καθαρά κατοστάρικα, άσκιστα και ατσαλάκωτα. Ελπίζω μετά από όλ’ αυτά να έχετε αρκετά και καθαρά χαρτονομίσματα που θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη της συνταγής. Η συνταγή όμως χρειάζεται και την «μαγιά» της για να φουσκώσει. Κλειδωθείτε στην συνέχεια στο δωμάτιό σας, ξαπλώστε στο κρεβάτι σας και αρχίστε να μετράτε τα χαρτονομίσματά σας κατ’ επανάληψιν. Κάποια στιγμή θα νοιώσετε να κορυφώνεται στην ψυχή σας το τρισκατάρατο και βασανιστικό αίσθημα μοναξιάς ανάμεικτο με ανία και αυτοκτονική προδιάθεση. Αυτή είναι και η πιο γόνιμη στιγμή που δεν πρέπει να χάσετε με τίποτα. Είναι η στιγμή που η φαντασία σας αρχίζει να οργιάζει και το μυαλό σας να κατεβάζει αποφθέγματα πετώντας στην σφαίρα της ποίησης και της δημιουργίας. Πάρτε τότε ένα στυλό και αρχίστε να γράφετε με καθαρά κεφαλαία γράμματα ότι σας κατέβει. Μικρές προτάσεις με μεγάλη δύναμη. Τα χαρτονομίσματά σας να είστε σίγουροι ότι θα μεταφέρουν το μήνυμά σας παντού. Ήδη η μοναξιά σας θα έχει αρχίσει να …πάει περίπατο. Τα χρήματά σας πλέον δεν κουβαλούν μόνον την απομονωτική τους ιδιότητα αλλά είναι μπολιασμένα και με το αντίδοτότης: Την επικοινωνία. Για να το καταλάβετε καλύτερα αυτό σκεφθείτε την εξής σκηνή: Ένας υπάλληλος τραπέζης κάθεται στο ταμείο την ώρα της δουλειάς. Επί ώρες ιδρωμένος μετράει χρήματα απέναντι σε μία ουρά ανυπόμονων πελατών. Ξαφνικά, εκεί που μετράει και ξαναμετράει, πέφτει το μάτι του σε ένα κατοστάρικο που προηγουμένως ανήκε σ’ εσάς. Κοντοστέκεται και διαβάζει. Το μαρμαρωμένο του πρόσωπο γαληνεύει και ένα χαμόγελο αρχίζει να διαγράφεται στα χείλη του. Βρε τους πούστηδες, σκέφτεται. Το μυαλό του απ’ τη μία μπήκε αυτόματα σε λειτουργία, απ’ την άλλη… έχασε το μέτρημα. Ξαναρχίζει λοιπόν το μέτρημα ενώ η ουρά γίνεται μεγαλύτερη και πιο ανυπόμονη. Μετά από λίγο όμως το εξασκημένο του μάτι ξαναπέφτει σε άλλο παρόμοιο κατοστάρικο με παρόμοιας δύναμης απόφθεγμα. Ο φουκαράς ο ταμίας έχει χάσει οριστικά τον ρυθμό του αλλά όχι και την ψυχραιμία του. Σκέφτεται πως καλύτερα είναι να πάει για κατούρημα. Κλείνει το τζάμι του ταμείου, βουτάει ένα στυλό και αδιαφορώντας για την ουρά των ανυπόμονων πελατών κλειδώνεται στην τουαλέτα. Εκεί αφού κάνει ότι κάνει, γράφει στα γρήγορα πέντε κολλαριστά κατοστάρικα. Γυρίζοντας στο ταμείο, ο δ/ντής έχει βάλει άλλον στην θέση του. Απαλλάχτηκα, σκέφτεται. Το μεσημέρι που πάει σπίτι του, η γυναίκα του αισθάνεται αμέσως μία περίεργη αλλαγή στην διάθεση και την συμπεριφορά του. Τον ρωτάει αν είναι αδιάθετος αλλά το πονηρό μυαλό της υποπτεύεται τσίμπημα τσούλας. Εκείνος μετά το φαί αρχίζει να κάνει ο,τι κάνατε κι εσείς πριν πάτε για ψώνια. Η σύζυγος προσπαθεί, τάχατες αδιάφορα, να δει τι κάνει ο προκομμένος, αλλά αυτός κρύβει στα σβέλτα τα κατοστάρικα πριν αυτή του πάει τον καφέ, τα κουλουράκια, μετά την πετσετούλα κλπ κλπ. Την άλλη μέρα αυτός δεν σηκώνεται χαράματα να πάει στη δουλειά αλλά πολύ αργότερα παίρνει την απόφαση να πάει για ψώνια. Στις έντονες κι εναγώνιες αντιδράσεις της δεν ξέρει πώς να απαντήσει κι από πού ν’ αρχίσει. Βγάζει και της δείχνει τα δύο κατοστάρικα που βρήκε στο μέτρημα. Η αλαφιασμένη σύζυγος διαβάζει στα γρήγορα: « ΜΕΣ ΤΑ ΚΛΑΞΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΓΚΡΗΤΑ ΠΩΣ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΜΟΥ?» και το άλλο: «ΚΑΝΕ ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ ΜΙΑ ΑΡΧΗ: ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΥΡΙΟ». Αρχίζει να καταλαβαίνει αλλά κάνει πως δεν κατάλαβε τίποτα. Επί χρόνια τα είχε όλα γιατί είχε άντρα τραπεζικό, κουβαλητή. Τώρα αυτός, μη θέλοντας να πάει στη δουλειά, κλονίζει συθέμελα τις ισορροπίες τους. Τα γόνατά της λυγίζουν. Καταλαβαίνει αστραπιαία ότι η σχέση τους έχει αρχίσει να παίρνει τον δρόμο της…ισοτιμίας!!!
Αφήνω όμως την συνέχεια στην φαντασία σας και επανέρχομαι στην ιδέα μας. Σενάρια όπως αυτό που περιέγραψα είναι βέβαιο ότι θα γραφτούν πολλά εξ’ αιτίας σας και ανάλογα με την δύναμη και προστιθέμενη αξία των χαρτονομισμάτων σας. Κλείστε λοιπόν δύναμη στα αποφθέγματά σας και αποφύγετε αντιγραφές κι απομιμήσεις. Το σκέφθηκα να σας δώσω ένα κατάλογο με αποφθέγματα που κατά καιρούς έχω γράψει στα κατοστάρικα που πέρασαν απ’ τα χέρια μου. Το θεώρησα όμως διπλά άστοχο: Πρώτα γιατί στερεύει έτσι η φαντασία σας και, το κυριότερο, γιατί έτσι θα ξεπέσει στην διεθνή χρηματαγορά η αξία των νομισμάτων μου. Ελπίζω λοιπόν σύντομα τα κατοστάρικά μου να φτάσουν στα χέρια σας, όπως και τα δικά σας κατοστάρικα στα δικά μου χέρια. Το ελπίζω λέω αφού τα δικά σας είναι πολύ περισσότερα των δικών μου. Γελάτε? Δεν είναι καθόλου αστείο.

Γιώργος Σ. Βλάσσης (Μελισσουργός)
Κατούνα Λευκάδας «Μαγιάνθεμο» Μάης 89